preservar

pre.ser.var
prəzərˈvar
verbo transitivo
1.
διατηρώ, συντηρώ
pôs o leite no frigorífico, para o preservar
έβαλε το γάλα στο ψυγείο, για να το συντηρήσει
2.
προφυλάσσω, διαφυλάσσω
preservar as florestas
προφυλάσσω τα δάση
tentaram preservar as águas do lago da inquinação
προσπάθησαν να διαφυλάξουν τα νερά της λίμνης από τη ρύπανση
tradições que constituem um legado digno de ser preservado
παραδόσεις που αποτελούν παρακαταθήκη που αξίζει να διαφυλαχθεί
uma vida sem excessos, que o ajudou a preservar a saúde
μια ζωή χωρίς καταχρήσεις, που τον βοήθησε να διαφυλάξει την υγεία του
3.
διασώζω
os seus cuidados ajudaram a preservar aqueles manuscritos
οι φροντίδες του βοήθησαν να διασωθούν εκείνα τα χειρόγραφα
Porto Editora – preservar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 21:02:44]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
incentivar a ovinicultura com o objetivo de preservar a paisagem
ενθαρρύνω την εκτροφή προβάτων στα πλαίσια της προστασίας του τοπίου
ECONOMIA, FINANÇAS
preservar a situação de liquidez
διατήρηση της ρευστότητας
INDÚSTRIA
látex preservado
σταθεροποιηθέν γαλάκτωμα ελαστικού