procurar

pro.cu.rar
prɔkuˈrar
verbo transitivo
1.
αναζητώ, ψάχνω
a polícia procura o carro roubado
η αστυνομία αναζητά το κλεμμένο αυτοκίνητο
procurar asilo
αναζητώ άσυλο
procurar consolo (em alguma coisa)
αναζητώ παρηγοριά (σε κάτι)
procurar casa
ψάχνω σπίτι
procurar o caminho certo
αναζητώ το σωστό δρόμο
procurar um emprego
ψάχνω μια δουλειά
procurar um pretexto
ψάχνω μια αφορμή
procurava um modo de expressar os seus sentimentos
έψαχνε έναν τρόπο να εκφράσει τα συναισθήματά του
sentimento íntimo que procura maneira de se afirmar
ενδόμυχο συναίσθημα που αναζητά τρόπο να εκδηλωθεί
2.
αναζητώ
procurar a felicidade
αναζητώ την ευτυχία
procurar conselho junto de (alguém)
αναζητώ συμβουλή κοντά σε (κάποιον)
procurar incansavelmente a verdade
αναζητώ ακούραστα την αλήθεια
procurar uma alma gémea
αναζητώ μια αδελφή ψυχή
3.
ψάχνω
já procuraste o livro?
έψαξες το βιβλίο;
a raposa procurava uma presa
η αλεπού έψαχνε για λεία
4.
ψάχνω, πάω να βρω
procurou-me para me dizer que...
μ' έψαξε για να μου πει ότι...
tens de procurar um médico
πρέπει να ψάξεις ένα γιατρό
5.
αναζητώ, επιδιώκω
procurar a solução para um problema
αναζητώ λύση για ένα πρόβλημα
6.
προσπαθώ
estuda-se, para procurar ser melhor
αυτοεξετάζεται, για να προσπαθήσει να είναι καλύτερος
procurei descansar, mas não pude
προσπάθησα να ξεκουραστώ, αλλά δεν μπόρεσα
7.
προσπαθώ, πασχίζω, πολεμώ
os pais procuraram contrariar aquela sua inclinação para a arte
οι γονείς του προσπάθησαν να παρεμποδίσουν εκείνη την έφεσή του στην τέχνη
procurar fazer (alguma coisa)
πολεμώ να κάνω (κάτι)
8.
προσπαθώ, φροντίζω, κοιτάζω
procura não te esqueceres do prazo
φρόντισε να μην ξεχάσεις την προθεσμία
procurei acalentá-lo com palavras amigas
προσπάθησα να τον παρηγορήσω με φιλικές κουβέντες
9.
ζητώ [por, -]
alguém procurou por mim?
με ζήτησε κανείς;
(provérbio) quem procura sempre alcança
ο επιμένων νικά, ο ζητών ευρήσει
Porto Editora – procurar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 23:53:43]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
adaptação da oferta à procura
προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση
ATIVIDADE POLÍTICA
Acordo que cria uma Comissão Internacional para o Serviço Internacional de Procura
Συμφωνία που ιδρύει Διεθνή Επιτροπή για τη Διεθνή Υπηρεσία Αναζητήσεων
CIÊNCIAS
procura manual das estações
χειροκίνητος τρόπος επιλογής σταθμών
procura eletrónica das estações
ηλεκτρονικός τρόπος επιλογής σταθμών
VER +