produzir

pro.du.zir
pruduˈzir
verbo transitivo
1.
παράγω
as abelhas produzem mel
οι μέλισσες παράγουν μέλι
o organismo reagiu e produziu anticorpos
ο οργανισμός αντέδρασε και παρήγαγε αντισώματα
produz espetáculos musicais
παράγει μουσικές παραστάσεις
produzir (alguma coisa) com o menor custo possível
παράγω (κάτι) με το μικρότερο δυνατό κόστος
produzir cereais
παράγω σιτηρά
produzir eletricidade
παράγω ηλεκτρικό
produzir filmes
παράγω ταινίες
produzir plástico a partir do petróleo
παράγω πλαστικό με βάση το πετρέλαιο
produzir sons musicais
παράγω μουσικά ακούσματα
2.
παράγω, δημιουργώ
obras que o pintor produziu na sua fase final
έργα που ο ζωγράφος παρήγαγε στην τελική του φάση
produzir obras de arte
δημιουργώ καλλιτεχνήματα
3.
προκαλώ
a explosão produziu estragos
η έκρηξη προκάλεσε ζημίες
os morticínios que qualquer guerra produz
τα μακελλειά που οποιοσδήποτε πόλεμος προκαλεί
4.
DIREITO προσάγω
produzir provas
προσάγω αποδείξεις
produzir efeito
έχω αποτέλεσμα
Porto Editora – produzir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 04:44:33]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pepino não produzido em estufa
αγγούρι που δεν έχει παραχθεί σε θερμοκήπιο
veqprd de tipo aromático / vinho espumante de qualidade produzido numa região determinada de tipo aromático
αφρώδης οίνος ποιότητας που παράγεται σε καθορισμένη περιοχή, αρωματικού τύπου, ν.m.q.p.r.d., αρωματικού τύπου
produzido numa região determinada
που παράγεται εντός καθορισμένης περιοχής
ATIVIDADE POLÍTICA
Convenção sobre Certas Armas Convencionais / Convenção sobre a Proibição ou Limitação do Uso de certas Armas Convencionais que podem ser consideradas como produzindo Efeitos Traumáticos Excessivos ou ferindo Indiscriminadamente / Convenção sobre as Armas Desumanas
Σύμβαση για τα απάνθρωπα όπλα, Σύμβαση για την απαγόρευση ή περιορισμό χρήσης ορισμένων συμβατικών όπλων που μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικώς επιβλαβή ή ως προκαλούντα αδιακρίτως αποτελέσματα
DIREITO
a marca deixar de produzir efeitos
το σήμα παύει να παράγει αποτελέσματα
deixar de produzir efeitos
παύουν να ισχύουν
VER +