projetar-se

verbo pronominal
1.
ρίχνομαι, πετάγομαι
projetou-se para fora do comboio, numa tentativa de escapar ao embate
ρίχτηκε έξω από το τρένο, σε μια προσπάθεια να αποφύγει τη σύγκρουση
2.
προβάλλομαι
a sua sombra projetava-se na parede
η σκιά του προβαλλόταν στον τοίχο
3.
αντανακλώμαι
o peso do passado projetava-se nas suas decisões
το βάρος του παρελθόντος αντανακλώντο στις αποφάσεις του
Porto Editora – projetar-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 03:12:17]. Disponível em