re.ce.ar
ʀəˈsjar
ʀəˈsjarverbo transitivo
1.
φοβάμαι, φοβούμαι, τρέμω
ela receava o pai
αυτή έτρεμε τον πατέρα της
receio a sua reação
φοβάμαι την αντίδρασή του
2.
φοβάμαι, φοβούμαι
da minha parte, nada deves recear
από τη μεριά μου, τίποτα δεν πρέπει να φοβάσαι
disse-nos ainda que nada tínhamos a recear
μας είπε ακόμα ότι δεν έπρεπε να φοβηθούμε τίποτα
expôs-se à doença, sem recear o perigo
εκτέθηκε στη νόσο, χωρίς να φοβηθεί τον κίνδυνο
receio que estejas enganada
φοβάμαι πως είσαι γελασμένη
receio que nada mais se possa fazer
φοβάμαι πως τίποτα άλλο δεν μπορεί να γίνει
3.
φοβάμαι, φοβούμαι [por, για], τρέμω [por, για], ανησυχώ [por, για]
receava pelo bem-estar da família
φοβόταν για την ευημερία της οικογένειάς του
receio pelo que possa acontecer
τρέμω για όσα μπορούν να συμβούν
Partilhar
Como referenciar 
recear – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/recear [visualizado em 2026-07-29 21:28:07].