ressarcir

res.sar.cir
ʀəsarˈsir
verbo transitivo
αποζημιώνω [de, για]
aquele êxito ressarciu-o dos insucessos passados
εκείνη η επιτυχία τον αποζημίωσε για περασμένες αποτυχίες
ressarcir (alguém) de um dano causado
αποζημιώνω (κάποιον) για μια ζημία που έκανα
vai ter de me ressarcir dos gastos que tive
θα πρέπει να με αποζημιώσει για τα έξοδα που είχα
Porto Editora – ressarcir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 13:32:31]. Disponível em