ru.de
ˈʀud(ə)
ˈʀud(ə)adjetivo de 2 géneros
1.
τραχύς
lá anda ele, pelos caminhos rudes da serra
να τος που διατρέχει τα τραχιά μονοπάτια του βουνού
2.
τραχύς, σκληρός
a pele rude das mãos de um camponês
η τραχιά επιδερμίδα των χεριών ενός αγρότη
3.
άξεστος, τραχύς
as maneiras rudes mas sinceras da gente do campo
οι άξεστοι αλλά ειλικρινείς τρόποι των χωρικών
4.
άξεστος, τραχύς, απότομος
dirigir palavras rudes (a alguém)
απευθύνω απότομα λόγια (σε κάποιον)
é muito rude, maltrata toda a gente
είναι πολύ άξεστος, κακομεταχειρίζεται τους πάντες
recriminar (alguém) pelas suas maneiras rudes
επικρίνω (κάποιον) για τους τραχείς τρόπους του
5.
σκληρός
o trabalho rude dos lenhadores
η σκληρή δουλειά των υλοτόμων
passar por rudes provações
ζω σκληρές δοκιμασίες
6.
δριμύς, άγριος
o rude clima do sertão
το άγριο κλίμα του δάσους στην ενδοχώρα
protegeu-se do vento rude e implacável
φυλάχτηκε από το άγριο και ανελέητο άνεμο
7.
άξεστος, κουτός
gente simples, de espírito rude
απλός κόσμος, με άξεστο μυαλό
Partilhar
Como referenciar 
rude – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/rude [visualizado em 2026-06-14 04:33:17].