ter
ˈter
ˈterverbo transitivo
1.
έχω
a casa de banho está livre, ou tem gente?
το μπάνιο είναι ελεύθερο, ή έχει κόσμο;
acrescentou dois livros aos que já tinha
πρόσθεσε δύο βιβλία σ' όσα είχε ήδη
a empresa tem dez empregados
η επιχείρηση έχει δέκα υπαλλήλους
aliás, ele tinha o que mais desejava
άλλωστε, είχε ό, τι επιθυμούσε περισσότερο
ao longo da sua vida, ele teve muitas mulheres
στη διάρκεια της ζωής του, αυτός είχε πολλές γυναίκες
ao perdoá-lo, tiveste uma atitude muito magnânima
συγχωρώντας τον, είχες μια πολύ επιεική στάση
aquele invento teve muitas aplicações práticas
εκείνο το εφεύρημα είχε πολλές πρακτικές εφαρμογές
cão vadio, que não tem dono
άδεσποστο σκυλί, που δεν έχει αφεντικό
elas têm o mesmo ginecologista
αυτές έχουν τον ίδιο γυναικολόγο
ela tem as joias no cofre
αυτή έχει τα κοσμήματα στο χρηματοκυβώτιο
ele tem um curso de Letras
αυτός έχει ένα δίπλωμα Φιλοσοφικής Σχολής
este restaurante tem uma comida ótima
αυτό το εστιατόριο έχει πολύ καλό φαγητό
hoje, tens uma saia muito gira
σήμερα, έχεις μια πολύ όμορφη φούστα
hoje, tive um dia cansativo
σήμερα, είχα κουραστική μέρα
já tens bilhete para o cinema?
έχεις κιόλας εισιτήριο για το σινεμά;
não acalmei até ter notícias dele
δεν ησύχασα μέχρι που είχα νέα του
não tendo à mão outra coisa, uma folha de papel servia-lhe de abanico
μην έχοντας πρόχειρο τίποτε άλλο, ένα φύλλο χαρτί της χρησίμευε ως βεντάλια
não tenho tempo para essas coisas
δεν έχω χρόνο για κάτι τέτοια
não teve outro remédio senão...
δεν είχε άλλη επιλογή από το να...
no sábado, tivemos uns amigos a jantar em nossa casa
το σάββατο, είχαμε κάτι φίλους για φαγητό στο σπίτι μας
o meu filho tem um dente a abanar
ο γιος μου έχει ένα δόντι που κουνιέται
o muro tem um metro de comprimento/altura
η μάντρα έχει ένα μέτρο μήκους/ύψους
onde tens o carro?
πού έχεις το αμάξι σου;
o prisioneiro tinha uma mordaça que o impedia de falar
ο κρατούμενος είχε ένα φίμωτρο που τον εμπόδιζε να μιλήσει
o que é que tens?
τι έχεις
os quadrúpedes têm quatro patas
τα τετράποδα έχουν τέσσερα πόδια
parece que vamos ter chuva
φαίνεται πως θα έχουμε βροχή
quando chegou, ela tinha um cesto com maçãs
όταν έφτασε, αυτή είχε ένα καλάθι μήλα
quanto a isso não tenho ilusões
όσο γι' αυτό, δεν έχω ψευδαισθήσεις
tem lume?
έχετε φωτιά;
tem o futuro assegurado
έχει εξασφαλισμένο το μέλλον του
tem olhos azuis e cabelo louro
έχει γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά
tem-te a ti como modelo
σε έχει σαν πρότυπο
tenho-os a todos no meu coração
τους έχω όλους μες στην καρδιά μου
tens as mãos limpas?
έχεις τα χέρια σου καθαρά;
ter absoluta confiança (em alguém)
έχω απόλυτη εμπιστοσύνη (σε κάποιον)
ter a consciência leve
έχω ελαφριά συνείδηση
ter dores de cabeça
έχω πονοκεφάλους
ter falta de cálcio
έχω έλλειψη ασβεστίου
ter gostos simples
έχω απλά γούστα
ter uma má nota
έχω έναν άσχημο βαθμό
teve uma ideia brilhante
είχε μια λαμπρή ιδέα
teve uma morte horrível
είχε φρικτό θάνατο
tinha a sensação de que o tempo não andava
είχε την αίσθηση ότι ο καιρός δεν περνούσε
tinha na gola um broche de família
είχε στο γιακά μια οικογενειακή καρφίτσα
tinha um ar abstrato
είχε αφηρημένο ύφος
tiveram um princípio de vida difícil
είχαν ένα δύσκολο ξεκίνημα ζωής
tive uma longa conversa com ele
είχα μια μακρά συζήτηση μαζί του
tive um papel acessório na resolução do problema
είχα δευτερεύοντα ρόλο στην επίλυση του προβλήματος
todos temos um quinhão de responsabilidade
όλοι έχουμε το μερίδιό μας ευθύνης
2.
έχω, διαθέτω
a casa seria ideal se tivesse mais uma dependência
το σπίτι θα ήταν ιδανικό, αν διάθετε έναν ακόμα χώρο
não é bela, mas tem charme
δεν είναι όμορφη, μα διαθέτει γοητεία
tem poder de dissuasão
διαθέτει ικανότητα αποτροπής
tem uma disciplina admirável
έχει θαυμαστή πειθαρχία
tem uma fortuna fabulosa
έχει αμύθητη περιουσία
tem uma paciência inesgotável
διαθέτει ανεξάντλητη υπομονή
ter capacidades de liderança
διαθέτω ηγετικές ικανότητες
ter conhecimentos enciclopédicos
διαθέτω εγκυκλοπαιδικές γνώσεις
ter provas materiais de um delito
διαθέτω χειροποιαστές αποδείξεις ενός αδικήματος
ter talento pedagógico
διαθέτω παιδαγωγικό ταλέντο
uma casa que tem piscina
ένα σπίτι που έχει πισίνα
3.
κάνω
sinónimo
procriar a cadela teve quatro cachorrinhos
η σκύλα έκανε τέσσερα κουταβάκια
casal que não teve filhos
ζευγάρι που δεν έκανε παιδιά
ela teve um bebé
αυτή έκανε μωρό
4.
(idade) είμαι [+ gen.]
quantos anos tens?
πόσο χρονών είσαι;
tenho 30 anos
είμαι 30 ετών
5.
έχω, παθαίνω
ela teve uma pneumonia
αυτή είχε μια πνευμονία
6.
έχω, πάσχω [από]
ele tem diabetes
αυτός πάσχει από διαβήτη
7.
κρατώ
durante uns segundos, ele teve a respiração
για λίγα δευτερόλεπτα, αυτός κράτησε την ανάσα του
ela tem toda a sua roupa em muito bom estado
αυτή κρατάει όλα της τα ρούχα σε πολύ καλή κατάσταση
8.
έχω [por, για]
não tenho grande interesse por esses assuntos
δεν έχω μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτά τα ζητήματα
tenho por ele um grande respeito
έχω γι' αυτόν μεγάλο σεβασμό
9.
θεωρώ [por, -], λογαριάζω [por, γα]
eu tenho-o por um bom amigo
τον θεωρώ καλό φίλο μου
10.
θεωρώ [como, -]
e tu tens isso como provável?
και εσύ το θεωρείς αυτό πιθανό;
11.
έχω [para com, απέναντι (σε)]
fiquei aborrecido com a atitude que ele teve para comigo
ενοχλήθηκα με τη στάση που αυτός είχε απέναντί μου
12.
[verbo auxiliar] έχω
ela terá ouvido isso
αυτή πιθανό να το έχει ακούσει αυτό
ele terá dito que...
αυτός υποτίθεται ότι θα έχει πει ότι...
ele tinha ido a casa
αυτός είχε πάει στο σπίτι
eu não devia ter ido
δεν θα έπρεπε να είχα πάει
eu não tinha percebido
δεν το είχα καταλάβει
tivesses dito!
ας το είχες πει!
13.
[valor passivo] έχω
ela não tem as unhas pintadas
αυτή δεν έχει βαμμένα τα νύχια της
já tenho os preparativos feitos
έχω τις ετοιμασίες μου ολοκληρωμένες
14.
πρέπει [de/que, να], χρειάζεται [de/que, να]
o insucesso significa que teremos que repetir a experiência
η αποτυχία σημαίνει ότι θα πρέπει να επαναλάβουμε το πείραμα
tens de acabar a comida
πρέπει να τελειώσεις το φαΐ σου
tens de lhe dar mais tempo de adaptação
πρέπει να του δώσεις περισσότερο χρόνο προσαρμογής
tens que reagir, por muito que te custe!
πρέπει να αντιδράσεις, όσο και να δυσκολεύεσαι!
15.
αναγκάζομαι [de/que, να], χρειάζεται [de/que, να]
de maneira que tive que arranjar outra solução
οπότε, χρειάστηκε να βρω άλλη λύση
para chegar ao seu destino, teve que reatestar o depósito
για να φτάσει στον προορισμό του, χρειάστηκε να ξαναγεμίσει το ρεζερβουάρ
tiveram que abrir a porta à machadada
αναγκάστηκαν να ανοίξουν την πόρτα με τσεκουριές
16.
υποχρεώνομαι [de/que, να], αναγκάζομαι [de/que, να]
como engordou, a modista teve que lhe reajustar o vestido
επειδή πάχυνε, η μοδίστρα υποχρεώθηκε να της επιδιορθώσει ξανά το φόρεμα
famílias que tiveram de emigrar
οικογένειες που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν
o país teve que se submeter aos dominadores
η χώρα αναγκάστηκε να υποταχτεί στους εξουσιαστές
para não parecer mal educada, tive que gramar a pastilha
για να μην φανώ αγενής, υποχρεώθηκα να υποστώ την αγγαρεία
teve de suportar o estigma de traidor
αναγκάστηκε να υποστεί το στίγμα του προδότη
teve que interromper as férias
υποχρεώθηκε να διακόψει τις διακοπές του
teve que reparar os prejuízos que causou aos clientes
υποχρεώθηκε να επανορθώσει τις ζημίες που προκάλεσε στους πελάτες του
tive de recorrer a métodos mais persuasivos
αναγκάστηκα να ανατρέξω σε πιο πειστικές μεθόδους
17.
έχω [que, να]
já não temos que comer
δεν έχουμε πια τι να φάμε
tenho muito que fazer
έχω πολλά να κάνω
verbo intransitivo
1.
Brasil είναι, έχει
tem muita gente que...
έχει πολύ κόσμο που...
2.
Brasil είναι
tem três dias que estou doente
είναι τρεις μέρες που είμαι άρρωστος
aqui tens/tem
ορίστε
aqui tens o livro
ορίστε το βιβλίο não tem de quê
παρακαλώ, δεν κάνει τίποτα
não ter a ver com
δεν έχω καμιά σχέση με
não ter mais que
δεν έχω παρά να, δεν χρειάζεται παρά μόνο να
não ter mal
δεν πειράζει
isso não tem mal nenhum
αυτό δεν πειράζει καθόλου não ter nada com isso
δεν με αφορά καθόλου
não ter nada que
1.
δεν έχω τίποτα να
não tens nada que fazer? Lê!
δεν έχεις τίποτα να κάνεις; Διάβασε!2.
δεν μου πέφτει λόγος να
tu não tens nada que opinar acerca da questão
δεν σου πέφτει λόγος να εκφέρεις γνώμη σχετικά με το ζήτημα não ter onde cair morto
δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι
não ter papas na língua
μιλώ έξω απ' τα δόντια, δε μασώ τα λόγια μου, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους
não ter razão
έχω άδικο
não ter um tostão
δεν έχω δεκάρα
não tinha mais que fazer!
αυτό μου έλειπε!
o que é que tem (isso)?
και τι μ' αυτό;
ter a cabeça em
έχω το μυαλό μου σε
ter a cabeça em água
είναι το κεφάλι μου καζάνι, γίνομαι κουρκούτι
ter a certeza
είμαι σίγουρος
ter a culpa
φταίω
ter a haver
έχω να λαβαίνω, έχω λαβείν
ter (alguém) em
τρέφω... (για κάποιον)
ter (alguém) em grande consideração
τρέφω μεγάλη εκτίμηση (για κάποιον) ter (alguma coisa) debaixo da língua
στη γλώσσα μου το' χω/έχω (κάτι) στην άκρη της γλώσσας
ter alguma coisa de seu
έχω λίγους παράδες
ter alguma coisa que
1.
έχω κάτι να
tens alguma coisa que eu faça?
έχεις κάτι να κάνω;2.
μου πέφτει λόγος να
tens alguma coisa que criticar?
σου πέφτει λόγος να κάνεις κριτική; ter altos e baixos
έχω σκαμπανεβάσματα, έχω διακυμάνσεις
ter à mão
έχω πρόχειρο
ter a/que ver com (alguém/alguma coisa)
έχω σχέση με (κάποιον/κάτι)
ter ar/ares de (alguém)
φέρνω σε (κάποιον)
ter as horas/os dias contados
οι μέρες μου είναι μετρημένες
ter calor/frio
ζεσταίνομαι/κρυώνω
ter com
έχω σχέση με
que é que tu tens com isso?
τι σχέση έχεις εσύ με αυτό; ter com que
έχω με τι να
tenho com que fazer o bolo
έχω με τι να κάνω το κέικ ter consigo
κρατώ πάνω μου
não tenho comigo o BI
δεν κρατάω πάνω μου το Δ.Α.Τ.tens dinheiro contigo?
κρατάς λεφτά πάνω σου; ter cuidado
προσέχω
ter de se haver com
έχω να κάνω με
ter direito a
δικαιούμαι να
ter dois dedos de conversa (com alguém)
ανταλλάζω δυο κουβέντες (με κάποιον)
ter dois palmos de testa
έχω μυαλό
ter dor de cotovelo
ζηλεύω
ter em conta/consideração
λαμβάνω υπ' όψη μου
ter em vista
αποσκοπώ
ter fome/sede
πεινάω/διψάω
ter juízo
είμαι φρόνιμος/συνετός
tem mais juízo!
να είσαι πιο φρόνιμος! ter lata
έχω θράσος
ter lugar
λαμβάνω χώρα
ter mais que fazer
1.
άλλη δουλειά δεν είχα
2.
αυτό μου έλειπε!
ter medo
φοβάμαι
ter muito de meu/teu/seu/etc.
έχω/έχεις/έχει/κλπ. πολλούς παράδες
ter muito que...
πρέπει να ... πολύ/πολλά
para me comparar com ele, tenho muito que aprender!
για να συγκριθώ μαζί του, πρέπει να μάθω πολλά!ter muito que andar
έχω να περπατήσω πολύ ter muito que se lhe diga
(κάτι) σηκώνει νερό
ter noção de...
αντιλαμβάνομαι...
ter noção das dificuldades
αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες ter o nariz empinado
είμαι ψυλομύτης
ter o pavio curto
ανάβω εύκολα
ter (o) que
έχω να
não tinha (o) que comer
δεν είχε τι να φάει ter o rei na barriga
έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου
ter os pés assentes no chão
είμαι προσγειωμένος
ter para si que...
πιστεύω ότι...
tenho para mim que tudo acabará em bem
πιστεύω ότι όλα θα πάνε καλά ter pena
λυπάμαι
ter pensamentos
κάνω σκέψεις
ter pensamentos mesquinhos
κάνω μικροπρεπείς σκέψεις ter por norma
συνηθίζω να
ter prazer em...
χαίρομαι που...
tive imenso prazer em o ver
χάρηκα πάρα πολύ που τον είδα ter pressa em
βιάζομαι/επείγομαι να...
tenho pressa em se resolver este assunto
επείγομαι να λυθεί αυτή η υπόθεση ter que se lhe diga
είμαι αξιόλογος, αξίζω
ter razão
έχω δίκαιο
ter sono
νυστάζω
ter vergonha
ντρέπομαι
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- preparation for marketsaber ter êxitoelικανότητα επιτυχίας
- mechanical engineeringter prioridade sobreelμε προτεραιότητα επί, έχω προτεραιότητα επί
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
ter – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/ter [visualizado em 2026-06-05 05:20:49].
relacionadas com ter
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- preparation for marketsaber ter êxitoelικανότητα επιτυχίας
- mechanical engineeringter prioridade sobreelμε προτεραιότητα επί, έχω προτεραιότητα επί
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
ter – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/ter [visualizado em 2026-06-05 05:20:49].