admitir

ad.mi.tir
ɐdmiˈtir
verbo transitivo
1.
δέχομαι
admitir (alguém) numa sociedade secreta
δέχομαι (κάποιον) σε μια μυστική οργάνωση
alguns alunos não foram admitidos a exame
δεν δέχτηκαν κάποιους μαθητές να πάνε στις εξετάσεις
não admitem candidatos abaixo dos 18 anos
δεν δέχονται υποψηφίους κάτω των 18 ετών
o clube admitiu mais sócios
η λέσχη δέχτηκε κι άλλα μέλη
2.
επιτρέπω
não admitir a entrada a menores
δεν επιτρέπω την είσοδο σε ανήλικους
nesta loja, não admitem animais
σε τούτο το μαγαζί, δεν επιτρέπονται τα ζώα
3.
εισάγω
este ano, serão admitidos mais alunos
φέτος, θα εισαχθούν περισσότεροι μαθητές
foi admitido na faculdade de Letras
εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή
4.
προσλαμβάνω
admitiram-no à experiência
τον προσέλαβαν δοκιμαστικά
a empresa vai admitir mais pessoal
η εταιρεία θα προσλάβει κι άλλο προσωπικό
5.
ανέχομαι, επιτρέπω
admite muita coisa, mas a mentira não
ανέχεται πολλά, αλλά όχι το ψέμα
não admite atrasos
δεν ανέχεται καθυστερήσεις
não admito que me faltem ao respeito
δεν ανέχομαι ασεβείς συμπεριφορές
6.
παραδέχομαι
admitir a falsidade duma acusação
παραδέχομαι την ανακρίβεια μιας κατηγορίας
admitir um erro
παραδέχομαι ένα σφάλμα
admitiu ter participado no roubo
παραδέχτηκε την συμμετοχή του στη ληστεία
admito que abusei da vossa paciência
παραδέχομαι ότι καταχράστηκα την υπομονή σας
devo admitir que...
θα πρέπει να παραδεχτώ ότι...
7.
αποδέχομαι
admitir um ponto de vista
αποδέχομαι μια άποψη
admitir um princípio
αποδέχομαι μια αρχή
8.
υποθέτω
admitamos que o teu raciocínio está correto
ας υποθέσουμε ότι η σκέψη σου είναι σωστή
admito que tenhas razão
υποθέτω ότι έχεις δίκιο
9.
επιδέχομαι
a questão não admite dúvidas
το ζήτημα δεν επιδέχεται αμφιβολίες
obra que admite melhoramentos
έργο που επιδέχεται βελτιώσεις
o caso não admite mais atrasos
η υπόθεση δεν επιδέχεται άλλη καθυστέρηση
Porto Editora – admitir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 22:34:43]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
animal admitido / animal inscrito / animal registado
ζώο γραμμένο στο γενεαλογικό μητρώο
AGROALIMENTAR
nível máximo admitido de contaminação dos alimentos
μέγιστη επιτρεπτή στάθμη ραδιενεργού μόλυνσης των τροφίμων
ATIVIDADE POLÍTICA
cidadão admitido ao abrigo do direito de asilo
υπήκοος στον οποίο έχει χορηγηθεί άσυλο
VER +