agitar

a.gi.tar
ɐʒiˈtar
verbo transitivo
1.
ανακινώ, αναταράζω
agitar o conteúdo dum copo
ανακινώ το περιεχόμενο ενός ποτηριού
agitou o frasco para dissolver bem o comprimido
ανακίνησε το φιαλίδιο για να λιώσει καλά το χάπι
2.
κουνώ, ανεμίζω, κυματίζω
agitar os braços
κουνώ τα χέρια μου
agitar um lenço
κουνώ ένα μαντήλι
agitava o papel no ar, de maneira triunfal
ανέμιζε θριαμβευτικά το χαρτί στον αέρα
3.
κυματίζω, ταράζω
as ondas agitam a água
τα κύματα ταράζουν τα νερά
o vento agitava as águas
ο άνεμος κυμάτιζε το νερό
4.
ταράζω, ανησυχώ, αναστατώνω
a notícia agitou-os
η είδηση τους τάραξε
as palavras dele agitaram os presentes
τα λόγια του ανησύχησαν τους παρευρισκόμενους
5.
εξεγείρω
agitar o povo
εξεγείρω το λαό
6.
figurado ανακινώ
agitar uma questão
ανακινώ ένα ζήτημα
agitar bem antes de usar
ανακινείστε καλά πριν την χρήση
ANAGRAMAS
Porto Editora – agitar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 05:59:23]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
agitar excessivamente / bater excessivamente
αναδεύω υπερβολικά, κτυπώ υπερβολικά το γάλα
FINANÇAS
período agitado
επίφοβη περίοδος
INDÚSTRIA
agitar um banho metálico
αναδεύω ένα μπάνιο
barra de aço para agitar
ράβδος εξαγωγής προτύπων
VER +