aplacar

a.pla.car
ɐplɐˈkar
verbo transitivo
1.
κατευνάζω, εξευμενίζω
aplacar a cólera (de alguém)
εξευμενίζω την οργή (κάποιου)
aplacar os ânimos
κατευνάζω τα πνεύματα
aplacar os deuses
εξευμενίζω τους θεούς
2.
καταπραΰνω
os anos aplacaram o seu desgosto
τα χρόνια καταπράυναν τον πόνο της
verbo intransitivo
καλμάρω, ηρεμώ, γαληνεύω
o temporal aplacou, e o sol tornou a aparecer
η θύελλα γαλήνεψε, και ο ήλιος φάνηκε και πάλι
ANAGRAMAS
Porto Editora – aplacar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-27 00:49:10]. Disponível em