aliviar

a.li.vi.ar
ɐləˈvjar
verbo transitivo
1.
ελαφρύνω, ξαλαφρώνω
aliviar a carga dum animal
ξαλαφρώνω το φορτίο ενός ζώου
aliviar um peso
ελαφρύνω ένα βάρος
2.
ελαφρύνω, ανακουφίζω, ξαλαφρώνω
aliviar (alguém) no transporte de uma carga
ανακουφίζω (κάποιον) στην μεταφορά ενός φορτίου
aliviar uma embarcação
ελαφρύνω ένα πλοιάριο
vá, dá-me uma mala para eu te aliviar um pouco
έλα, δώσε μου μια βαλίτσα για να σε ξαλαφρώσω λίγο
3.
χαλαρώνω, λασκάρω
aliviar a pressão
λασκάρω την πίεση
aliviar as rédeas ao cavalo
χαλαρώνω τα ηνία στο άλογο
aliviar o cinto
λασκάρω τη ζώνη
4.
ανακουφίζω, καταπραΰνω, ξαλαφρώνω
fazer um pedilúvio para aliviar os pés
κάνω ένα ποδόλουτρο για να ανακουφίσω τα πόδια μου
um medicamento que alivia imediatamente a dor
ένα φάρμακο που καταπραΰνει αμέσως τον πόνο
5.
figurado ανακουφίζω, ξαλαφρώνω
a tua ajuda aliviou-me bastante
η βοήθειά σου με ανακούφισε αρκετά
nova via que alivia o trânsito local
νέος δρόμος που ανακουφίζει την τοπική κυκλοφορία
6.
figurado αποφορτίζω
aliviar uma situação
αποφορτίζω μια κατάσταση
as palavras dele aliviaram a atmosfera pesada
τα λόγια του αποφόρτισαν το βαρύ κλίμα
verbo intransitivo
1.
ανακουφίζομαι, καταπραΰνομαι, ξαλαφρώνω
a dor ainda não aliviou
ο πόνος ακόμα δεν ανακουφίστηκε
com o tempo, o desgosto pela perda do marido aliviou um pouco
ο καημός για το χαμό του άντρα της καταπραΰνθηκε κάπως με το χρόνο
2.
ξαλαφρώνω, ανακουφίζομαι
tirei duas malas e o carro aliviou
έβγαλα δυο βαλίτσες και το αμάξι ξαλάφρωσε
3.
(tempo) ξαστερώνω, καλοσυνεύω, μαλακώνω
o tempo aliviou
ο καιρός καλοσύνεψε
o tempo parece querer aliviar
φαίνεται ότι ο καιρός θα ξαστερώσει
aliviar o luto
φορώ ημιπένθιμα
Porto Editora – aliviar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-27 00:40:21]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO, TRANSPORTES
aliviar o manche para a frente
χειριστήριο εμπρός μετά την απογείωση
TRANSPORTES
ficar aliviado de carga / ficar mais leve
αφαίρεση καυσίμου, ενδομεταφορά καυσίμου