caso

ca.so
ˈkazu
nome masculino
1.
περίσταση feminino , περιστατικό neutro , γεγονός neutro
aconteceu um caso inacreditável
συνέβη ένα απίθανο περιστατικό
caso fortuito
απροσδόκητο γεγονός
trata-se de um caso deplorável
πρόκειται για λυπηρό γεγονός
um caso inusitado
μια πρωτόγνωρη περίσταση
um caso isolado
ένα μεμονωμένο περιστατικό
2.
περίπτωση feminino
caso extremo
έσχατη περίπτωση
em caso de dúvida/morte/necessidade/catástrofe
σε περίπτωση αμφιβολίας/θανάτου/ανάγκης/καταστροφής
encobrir um caso de suborno
αποκρύπτω μια περίπτωση δωροδοκίας
é um caso raro/único
είναι σπάνια/μοναδική περίπτωση
medicamento próprio para casos graves
φάρμακο που ενδείκνυται μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις
no meu/teu/etc. caso
στην περίπτωσή μου/σου/κλπ.
o caso dele apresenta particularidades
η περίπτωσή του έχει ιδιαιτερότητες
3.
υπόθεση feminino
abafar um caso de corrupção
αποσιωπώ μια υπόθεση διαφθοράς
antigamente, certos casos ficavam a cargo de demandadores
παλιά, μερικές υποθέσεις τις ανέλαβαν δικολάβοι
cabe à polícia investigar o caso
εναπόκειται στην αστυνομία να ερευνήσει την υπόθεση
caso jurídico
νομική υπόθεση
isso nada tem a ver com o caso
αυτό καμιά σχέση δεν έχει με την υπόθεση
o caso foi abordado, mas não ficou resolvido
η υπόθεση θίχτηκε, μα δεν λύθηκε
procedeu à apreciação minuciosa do caso
προέβη στη λεπτομερή εκτίμηση της υπόθεσης
um caso bicudo
μια ζόρικη περίπτωση
4.
κρούσμα neutro
apareceu mais um caso de cólera
εμφανίστηκε κι άλλο κρούσμα χολέρας
vinte casos de gripe
είκοσι κρούσματα γρίπης
5.
περιπέτεια feminino , δεσμός
ter um caso (com alguém)
έχω μια περιπέτεια (με κάποιον)
um caso amoroso passageiro
μια παροδική ερωτική περιπέτεια
6.
GRAMÁTICA πτώση feminino
caso acusativo
αιτιατική πτώση
caso nominativo
ονομαστική πτώση
língua com cinco casos
γλώσσα με πέντε πτώσεις
a dar-se o caso
στην περίπτωση που
cara de caso
προβληματισμένο ύφος
estar com cara de caso
έχω προβληματισμένο ύφος
caso...
σε περίπτωση που...
caso ela queira ficar, eu depois levo-a
σε περίπτωση που θελήσει να μείνει, θα την πάω εγώ αργότερα
caso de consciência
ηθικό δίλημμα
caso de emergência
κατάσταση έκτακτης ανάγκης
caso de força maior
περίπτωση ανωτέρας βίας
caso de honra
θέμα τιμής
é um caso de honra
είναι θέμα τιμής
caso de vida ou de morte
ζήτημα ζωής ή θανάτου
DIREITO caso omisso
ανομοθέτητη περίπτωση
caso perdido
χαμένη υπόθεση
conforme o caso
ανάλογα με την περίπτωση
dado o caso que...
στην περίπτωση που...
dá-se o caso de (que)...
τυχαίνει να...
dá-se o caso de eu o conhecer pessoalmente
τυχαίνει να τον γνωρίζω προσωπικά
de caso pensado
προμελετημένα
em caso algum
σε καμιά περίπτωση
(em) caso contrário
ειδάλλως, ειδαλλιώς, διαφορετικά, αλλιώς
se puder, vou contigo, caso contrário irei lá ter
αν μπορέσω θα έρθω μαζί σου, ειδάλλως θα σε βρω εκεί
em tal caso
εν τοιαύτη περιπτώσει
em todo o caso
αλλά όπως και να 'χει
ele sabe que a festa é hoje, em todo o caso telefona-lhe
ξέρει ότι το πάρτι είναι σήμερα, αλλά όπως και να 'χει πάρ' τον τηλέφωνο
em último caso
στην έσχατη περίπτωση
nesse/neste caso
σ' αυτήν την περίπτωση, αν είναι έτσι
nesse caso, o melhor é sairmos já
αν είναι έτσι, το καλύτερο είναι να φύγουμε αμέσως
(não) é caso para
(δεν) είναι για
é caso para uma pessoa se espantar!
είναι για να απορήσει κανείς!

não é caso para sustos!
δεν είναι για να πανικοβάλλεται κανείς!
não é esse o caso
δεν είναι έτσι τα πράγματα
(não) fazer caso de
(δεν) δίνω σημασία/βάση σε
não fez caso do meu aviso
δεν έδωσε σημασία στην προειδοποίησή μου
no/para caso de
στην περίπτωση που
no caso de ele vir
στην περίπτωση που θα έρθει
no pior dos casos
στην χειρότερη περίπτωση
o caso está mal parado
η υπόθεση πάει κατά διαόλου
se for caso disso
αν συντρέξει λόγος
ser um caso arrumado
είμαι τελειωμένη υπόθεση
ser um caso sério
είμαι δύσκολη υπόθεση, είδα κι έπαθα
convencê-lo a vir foi um caso sério
το να πεισθεί να έρθει ήταν δύσκολη υπόθεση

para o arrancar da cama foi um caso sério
είδα κι έπαθα για να τον ξεκολλήσω από το κρεβάτι
vamos ao caso!
επί του θέματος!
vir ao caso
έχω σχέση με το θέμα
isso não vem ao caso
αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα
ANAGRAMAS
caso
forma do verbo casar
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu caso
Porto Editora – caso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 22:02:31]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
caso de urgência especial / caso especialmente urgente
ειδική περίπτωση επείγουσας ανάγκης, εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση
Convenção sobre a Redução dos Casos de Nacionalidade Múltipla e sobre as Obrigações Militares em caso de Nacionalidade Múltipla
Σύμβαση για τη μείωση των περιπτώσεων πολλαπλής ιθαγένειας και για τις στρατιωτικές υποχρεώσεις στις περιπτώσεις της πολλαπλής ιθαγένειας
ATIVIDADE POLÍTICA, ENERGIA, GEOGRAFIA
Convenção relativa à assistência em caso de acidente nuclear ou de situação de emergência radiológica
σύμβαση για την αρωγή σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος ή εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες
ATIVIDADE POLÍTICA, INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
queixa respeitante a um caso de má administração
καταγγελία για κακή διοίκηση
VER +