compor

com.por
kõˈpor
verbo transitivo
1.
συνθέτω
compor uma música/canção
συνθέτω μια μουσική/ένα τραγούδι
compor uma tragédia/um poema
συνθέτω μια τραγωδία/ένα ποίημα
compor um ramo de flores
συνθέτω ένα μπουκέτο λουλούδια
2.
αποτελώ, απαρτίζω, συνιστώ
as partes que compõem um todo
τα μέρη που αποτελούν ένα σύνολο
estas pessoas compõem o júri
αυτά τα άτομα απαρτίζουν την κριτική επιτροπή
os alunos que compõem uma turma
οι μαθητές που συνιστούν μια τάξη
os elementos que compõem um composto químico
τα στοιχεία που αποτελούν μια χημική ένωση
3.
TIPOGRAFIA στοιχειοθετώ
compor as páginas duma revista
στοιχειοθετώ τις σελίδες ενός περιοδικού
compor o título dum artigo
στοιχειοθετώ τον τίτλο ενός άρθρου
4.
σουλουπώνω, φτιάχνω
compor o aspeto (de alguém)
σουλουπώνω την εμφάνιση (κάποιου)
compor o cabelo
σουλουπώνω τα μαλλιά μου
quando se levantou, compôs a saia
όταν σηκώθηκε, έφτιαξε τη φούστα της
5.
φτιάχνω, διορθώνω
eu bem quis compor as coisas, mas eles permaneceram inflexíveis
εγώ πάσχισα να διορθώσω τα πράγματα, μα αυτοί ήταν ανένδοτοι
mandar compor as telhas soltas
βάζω να φτιάξουν τα λασκαρισμένα κεραμίδια
não pôde compor a vedação
δεν μπόρεσε να διορθώσει το φράκτη
6.
φτιάχνω
o chá compôs-me o estômago
το τσάι μου έφτιαξε το στομάχι
7.
φορώ figurado
compor uma cara de indignação
φορώ ένα προσωπείο αγανάκτησης
Porto Editora – compor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 11:06:47]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
alimento composto especial
ειδική σύνθετη ζωοτροφή
instalações de transformação de composto orgânico
περίφρακτος χώρος παραγωγής κοπροχώματος για μανιτάρια
CIÊNCIAS
desempenho teórico composto
συνολική θεωρητική επίδοση, σύνθετη θεωρητική επίδοση
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
composto orgânico heterocíclico
ετεροκυκλική οργανική ένωση
VER +