cru.zar
kruˈzar
kruˈzarverbo transitivo
1.
διασταυρώνω
cruzar caminhos
διασταυρώνω δρόμους
cruzar informações
διασταυρώνω πληροφορίες
cruzar raças
διασταυρώνω ράτσες
cruzar um cavalo e uma burra
διασταυρώνω άλογο με γαϊδούρα
2.
σταύρωνω
cruzar as pernas
σταύρωνω τα πόδια
cruzar duas tábuas
σταύρωνω δύο σανίδες
cruzar os braços
στραυρώνω τα χέρια μου
3.
διασχίζω
as andorinhas cruzam os ares
τα χελιδόνια διασχίζουν τους αιθέρες
as ruas que cruzam a avenida
οι δρόμοι που διασχίζουν τη λεωφόρο
barcos de todos os tipos cruzavam as águas
όλων των ειδών καράβια διέσχιζαν τα νερά
cruzar as linhas do comboio
διασχίζω τις γραμμές του τρένου
cruzou a estrada a pé
διέσχισε το δρόμο με τα πόδια
o carro cruzou a cancela e parou
το αμάξι διέσχισε την καγκελόπορτα και σταμάτησε
o viaduto que cruza a avenida
η γέφυρα που διασχίζει τη λεωφόρο
4.
σεντράρω
cruzar a bola
σεντράρω τη μπάλα
cruzar as espadas/armas (com alguém)
διασταυρώνω το ξίφος μου (με κάποιον)
cruzar um cheque
καθιστώ δίγραμμη μια επιταγή
Partilhar
Como referenciar 
cruzar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/cruzar [visualizado em 2026-07-30 18:19:55].