demonstrar

de.mons.trar
dəmõʃˈtrar
verbo transitivo
1.
αποδεικνύω, καταδεικνύω
demonstrar as boas intenções (de alguém)
καταδεικνύω τις καλές προθέσεις (κάποιου)
esforçou-se por demonstrar o seu valor
αγωνίστηκε για να αποδείξει την αξία του
2.
αποδεικνύω
demonstrar o contrário duma afirmação
αποδεικνύω το αντίθετο ενός ισχυρισμού
demonstrar uma teoria/um teorema
αποδεικνύω θεωρία/θεώρημα
demonstrou que tinha dito a verdade
απέδειξε ότι είχε πει την αλήθεια
isso só demonstra que eu tinha razão
αυτό απλά αποδεικνύει πως είχα δίκιο
quis demonstrar a sua coragem
θέλησε να αποδείξει το θάρρος του
3.
επιδεικνύω
demonstrar o funcionamento duma máquina
επιδεικνύω τη λειτουργία μηχανής
demonstrar um fenómeno físico
επιδεικνύω ένα φυσικό φαινόμενο
o inimigo demonstrou o seu poderio militar
ο εχθρός επέδειξε τη στρατιωτική του δύναμη
4.
εκδηλώνω, δείχνω
a expressão dele demonstrava admiração
η έκφρασή του έδειχνε κατάπληξη
demonstrar alegria por ver (alguém)
εκδηλώνω χαρά επειδή βλέπω (κάποιον)
demonstrar pulso de ferro
δείχνω σιδερένια πυγμή
demonstrar respeito (por alguém)
επιδεικνύω σεβασμό (απέναντι σε κάποιον)
5.
δείχνω, φανερώνω, μαρτυρώ
comportamento que demonstra bom senso
συμπεριφορά που δείχνει σύνεση
o seu ato demonstra inexperiência
η πράξη του μαρτυρεί απειρία
demonstrar pelo absurdo
αποδεικνύω διά της άτοπον απαγωγής
demonstrar por A mais B
αποδεικνύω με μαθηματική ακρίβεια
Porto Editora – demonstrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 15:39:23]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
pessoa que demonstre interesse na resolução da causa
πρόσωπο που έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς