excitar

verbo transitivo
1.
διεγείρω
o café excitou-a muito
ο καφές την διέγειρε πολύ
2.
διεγείρω, ερεθίζω, εξερεθίζω literário
excitar os nervos óticos
ερεθίζω τα οπτικά νεύρα
excitar os sentidos
διεγείρω τις αισθήσεις
excitar um músculo
ερεθίζω ένα μυ
3.
διεγείρω, ερεθίζω, εξάπτω, κινώ figurado
aquele subentendido excitou-lhe a curiosidade
εκείνο το υπονοούμενο εξήψε την περιέργειά του
excitar a imaginação (de alguém)
διεγείρω τη φαντασία (κάποιου)
excitar o interesse (de alguém)
κινώ το ενδιαφέρον (κάποιου)
4.
ξεσηκώνω, αναστατώνω
a ideia das férias excitou-os
η ιδέα των διακοπών τους ξεσήκωσε
5.
ερεθίζω
ela excita os homens
αυτή ερεθίζει τους άντρες
excitar o apetite
ανοίγω την όρεξη
Porto Editora – excitar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 09:22:16]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
vida média de um átomo excitado
χρόνος ζωής ενός διεγερμένου ατόμου
estado excitado
διεγερμένη κατάσταση
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
átomo excitado
διεγερμένο άτομο
eletrão excitado
διεγερμένο ηλεκτρόνιο, θερμό ηλεκτρόνιο, ταχύ ηλεκτρόνιο, υπέρθερμο ηλεκτρόνιο, υπερδιεγερμένο ηλεκτρόνιο
INDÚSTRIA
vida média do estado excitado
διάρκεια ζωής στάθμης διέγερσης, μέσος χρόνος ζωής στάθμης διέγερσης
portador excitado
φορέας υπέρθερμος, φορέας υπερδιεγερμένος
transmissor excitado até ao aparecimento de uma corrente de grelha
πομπός οδηγούμενος μέχρι την εμφάνιση ρεύματος εσχάρας
VER +