fascinar

fas.ci.nar
fɐʃsiˈnar
verbo transitivo
1.
γοητεύω, καταγοητεύω, σαγηνεύω, θαμπώνω
a vista fascinou-nos
η θέα μας μάγεψε
nada o fascina tanto como a beleza física
τίποτα δεν τον γοητεύει τόσο πολύ όσο η φυσική ομορφιά
2.
συναρπάζω, συνεπαίρνω, σαγηνεύω
é um tema que me fascina
είναι ένα θέμα που με συναρπάζει
o romance fascinou-me
το μυθιστόρημα με συνεπήρε
tanta erudição fascinou-nos
τόση ευρυμάθεια μας σαγήνευσε
3.
σαγηνεύω, γοητεύω
fascinar (alguém) com o olhar
σαγηνεύω (κάποιον) με το βλέμμα
Porto Editora – fascinar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 00:51:55]. Disponível em