fa.zer
fɐˈzer
fɐˈzerverbo transitivo
1.
κάνω
a bailarina fez uma pirueta
η χορεύτρια έκανε μια πιρουέτα
aborreceu-se de estar sem fazer nada
βαρέθηκε να μην κάνει τίποτα
adorava fazer equitação!
θα μου άρεσε πολύ να κάνω ιππασία!
a empresa faz muito dinheiro
η επιχείρηση κάνει πολλά λεφτά
a estrada era perigosa, porque fazia curvas apertadas
ο δρόμος ήταν επικίνδυνος, επειδή έκανε κλειστές στροφές
a ginástica faz bem à saúde
η γυμναστική κάνει καλό στην υγεία
agradeci-lhe o favor que me fez
τον ευχαρίστησα για τη χάρη που μου έκανε
ali, a costa faz uma grande baía
εκεί, η ακτή κάνει ένα μεγάλο κόλπο
a palavra «lençol» faz «lençóis» no plural
η λέξη "σεντόνι" κάνει "σεντόνια" στο πληθυντικό
a pessoa encarregada de fazer um pagamento
το άτομο υπεύθυνο για να κάνει μια πληρωμή
a vista de sangue faz-me impressão
η θέαση του αίματος μου κάνει εντύπωση
«bom dia!», fez ele
"καλή μέρα!", έκανε εκείνος
cem cêntimos fazem um euro
εκατό λεπτά κάνουν ένα ευρώ
dois e dois fazem quatro
δύο και δύο κάνουν τέσσερα
é ela quem faz a limpeza da casa
αυτή κάνει τη λάτρα του σπιτιού
ela fez uma obra admirável
αυτή έκανε ένα θαυμάσιο έργο
ele fez-me ficar aqui
αυτός μ' έκανε να μείνω εδώ
ele fez-lhe um filho e abandonou-a
αυτός της έκανε ένα παιδί και την άφησε
em quanto tempo fizeste essa distância?
σε πόση ώρα έκανες αυτή την απόσταση;
estava assarapantado, sem saber o que fazer
ήταν συγχυσμένος, χωρίς να ξέρει τι να κάνει
estou na disposição de lhe fazer a vontade
προτίθεμαι να του κάνω το χατίρι
fazer a escrituração duma empresa
κάνω τα λογιστικά μιας εταιρείας
fazer (algo) com uma abnegação comovedora
κάνω (κάτι) με συγκλονιστική ανιδιοτέλεια
fazer (alguém) desesperar/falar
κάνω (κάποιον) να απελπιστεί/μιλήσει
fazer (alguém) feliz
κάνω (κάποιον) ευτυχισμένο
fazer bem/mal à saúde
κάνω καλό/κακό στην υγεία
fazer desaparecer/circular
κάνω να εξαφανιστεί/κυκλοφορήσει
fazer fortuna
κάνω περιουσία
fazer mal (a alguém)
κάνω κακό (σε κάποιον)
fazer o bem/mal
κάνω το καλό/κακό
fazer operações de aritmética com uma calculadora
κάνω αριθμητικές πράξεις με μια αριθμομηχανή
fazer uma pergunta
κάνω μια ερώτηση
fazer uma visita (a alguém)
κάνω μια επίσκεψη (σε κάποιον)
fazer um cálculo
κάνω έναν υπολογισμό
fez uma boa exposição dos factos
έκανε μια καλή παρουσίαση των γεγονότων
fiz as coisas a meu modo
έκανα τα πράγματα με τον τρόπο μου
fizemos espaço para ela se sentar ao pé de nós
κάναμε χώρο για να καθίσει κοντά μας
fizemos um amplo exame da questão
κάναμε ευρεία εξέταση του ζητήματος
fizemos um passeio ao Jardim Zoológico
κάναμε έναν περίπατο στο Ζωολογικό Κήπο
fizeram um projeto viável
έκαναν ένα σχέδιο βιώσιμο
fiz uma operação à vesícula
έκανα μια εγχείρηση στη χολή
isso faz-me sentir melhor
αυτό με κάνει και νιώθω καλύτερα
isso não me faz bem
αυτό δεν μου κάνει καλό
não abarquei as alusões que ele fez
δεν έπιασα τα υπονοούμενα που έκανε αυτός
não acredito que o tenha feito de propósito
δεν πιστεύω να το έκανε επίτηδες
não fiz mais que o meu dever
δεν έκανα παρά μόνο το καθήκον μου
não sabia o que fazer a tantos livros
δεν ήξερε τι να τα κάνει τόσα πολλά βιβλία
o cachorro fez alguns estragos
το κουταβάκι έκανε μερικές ζημιές
o patrão fê-lo responsável pela fábrica
το αφεντικό τον έκανε υπεύθυνο για το εργοστάσιο
o toldo fazia-nos sombra
η τέντα μας έκανε σκιά
que curso fizeste tu?
τι σπουδές έχεις κάνει;
que foste tu fazer ao banco?
τι πήγες κι έκανες στην τράπεζα;
que hei de eu fazer a isto?
τι να το κάνω αυτό;
quem te fez essa negra?
ποιος σου έκανε αυτή τη μελανιά;
queria insultá-lo, mas coibi-me de o fazer
ήθελα να τον βρίσω, μα απέφυγα να το κάνω
um ator que faz teatro e televisão
ένας ηθοποιός που κάνει θέατρο και τηλεόραση
2.
κάνω, φτιάχνω
a casa foi feita há muitos anos
το σπίτι φτιάχτηκε πριν πολλά χρόνια
as aves costumam fazer um ninho
τα πουλιά συνήθως κάνουν μια φωλιά
comprou tecido para fazer uma saia
αγόρασε ύφασμα για να φτιάξει μια φούστα
esta sopa foi feita ontem
αυτή η σούπα φτιάχτηκε χτες
fazer uma calcografia
φτιάχνω ένα χαλκογράφημα
fazer um bolo/assado
κάνω ένα κέικ/ψητό
fez um castelo de areia
έφτιαξε ένα κάστρο από άμμο
fizeram um prédio de 10 andares
έφτιαξαν μια δεκαώροφη πολυκατοικία
quer fazer uma arrecadação no jardim
θέλει να κάνει μια αποθήκη στον κήπο
3.
κάνω, παίζω
ela fez a mulher do protagonista
αυτή έκανε τη γυναίκα του πρωταγωνιστή
fez o papel principal
έκανε τον κύριο ρόλο
4.
γίνομαι, κλείνω
ele fez 10 anos em janeiro
αυτός έγινε 10 χρόνων τον Ιανουάριο
tem 45 anos, feitos em outubro
είναι 45 ετών, που τα έκλεισε τον Οκτώβρη
5.
παθαίνω
ele fez uma bronquite aguda
αυτός έπαθε οξεία βρογχίτιδα
6.
[+ subst.] [δείχνει την ενέργεια του ρήματος που αντιστοιχεί στο ουσιαστικό], κάνω
fazer declarações
κάνω δηλώσεις, δηλώνω
fazer economia
κάνω οικονομία, εξοικονομώ
fazer economia de forças
κάνω εξοικονόμηση δυνάμεων, εξοικονομώ δυνάμεις
fazer ginástica
κάνω γυμναστική, γυμνάζομαι
fazer greve
κάνω απεργία, απεργώ
fazer planos
κάνω σχέδια, σχεδιάζω
fazer tenção
σκοπεύω
7.
συνηθίζω [a, σε]
fez o corpo às privações
συνήθισε το κορμί του στις στερήσεις
teve de fazer o corpo ao colchão novo
έπρεπε να συνηθίσει το σώμα του στο καινούργιο στρώμα
8.
έχω σχέση [a, με]
o que é que isso faz ao caso?
τι σχέση έχει αυτό με την υπόθεση;
9.
κάνω [de, -], παίζω [de, -]
fez de palhaço para nos divertir
έκανε τον παλιάτσο για να μας διασκεδάσει
na peça, ela fez de princesa
στο θεατρικό, αυτή έπαιξε την πριγκιποπούλα
10.
χρησιμοποιώ [de, ως], μετατρέπω [de, σε]
quer fazer do quarto uma sala de estar
θέλει να χρησιμοποιήσει το δωμάτιο ως καθιστικό
11.
χρησιμεύω [de, ως], χρησιμοποιούμαι [de, ως]
espetou um pau a fazer de suporte
έμπηξε ένα ξύλο για να χρησιμοποιηθεί ως υποστήριγμα
provisoriamente, a mesa fazia-lhe de secretária
προσωρινά, το τραπέζι τού χρησίμευε ως γραφείο
12.
κάνω [de, -]
até arranjarem outra pessoa, faz ele de professor
μέχρι να βρουν άλλο άτομο, κάνει αυτός τον δάσκαλο
deste tecido podias fazer umas calças
αυτό το ύφασμα θα μπορούσες να το κάνεις ένα παντελόνι
fez da persistência a sua maior qualidade
έκανε την επιμονή το καλύτερο προτέρημά του
fez dela uma empregada competente
την έκανε μια ικανή υπάλληλο
fez dos filhos pessoas de bem
έκανε τα παιδιά της έντιμους ανθρώπους
13.
περνώ [de, για]
não me faças de parvo!
μην με περνάς για χαζό!
14.
μετατρέπω [de, σε]
fez do ocorrido um bicho de sete cabeças
μετέτρεψε το περιστατικό σε τεράστιο ζήτημα
15.
κάνω [em, -]
a bola atingiu o vidro e fê-lo em cacos
η μπάλα πέτυχε το τζάμι και το έκανε χίλια κομμάτια
fez a fatia de pão em pedaços, que depois deitou na sopa
έκανε τη φέτα ψωμί κομμάτια, τα οποία ύστερα έριξε στη σούπα
16.
προσπαθώ [por, να]
faz por estudar mais
προσπάθησε να διαβάσεις περισσότερο
fez por esquecer a ofensa
προσπάθησε να ξεχάσει την προσβολή
17.
κάνω [por, αντί για]
alguém fez o exercício por ti
κάποιος έκανε την άσκηση αντί για σένα
18.
κάνω [por, για]
ele tem feito muito pela família
αυτός έχει κάνει πολλά για την οικογένειά του
verbo intransitivo
1.
κάνω
disse-lhe que fizesse como quisesse
του είπα να κάνει όπως ήθελε
por mais que eu faça, não me dá ouvidos
όσο και να κάνω, δεν με ακούει
2.
τα κάνω
fazer nas cuecas
τα κάνω πάνω μου
3.
[impessoal] κλείνω, συμπληρώνομαι
faz hoje um ano que eu fui para a Grécia
συμπληρώνεται σήμερα ένας χρόνος που έφυγα για την Ελλάδα
faz seis meses que ela está cá
κλείνουν έξι μήνες που αυτή βρίσκεται εδώ
4.
[impessoal] κάνω
fazer bom/mau tempo
κάνει καλοκαιρία/κακοκαιρία
fazer calor/frio
κάνει ζέστη/κρύο
de fazer chorar as pedras
που σου ραγίσει την καρδιά
desgraça de fazer chorar as pedras
συμφορά που σου ραγίσει την καρδιά deixar por fazer
αφήνω άφτιαχτο
não costuma deixar as unhas por fazer
δεν συνηθίζει να αφήνει τα νύχια της άφτιαχτα fazê-la bonita
τα θαλασσώνω
fazê-la pela calada
το κάνω στη ζούλα, το κάνω στα μουλλωχτά
fazer a barba
ξυρίζομαι
fazer a cama
φτιάχνω/στρώνω το κρεβάτι
fazer a corte (a uma mulher)
κάνω κόρτε (σε μια γυναίκα), φλερτάρω (μια γυναίκα)
NÁUTICA fazer água
μπάζω νερά
fazer (alguma coisa) com uma perna às costas
κάνω (κάτι) με μεγάλη ευκολία
fazer alto
σταματώ
ao meio-dia, o destacamento fez alto
το μεσημέρι, το απόσπασμα σταμάτησε fazer a papinha toda (a alguém)
τα δίνω όλα στο χέρι (κάποιου)
fazer as coisas no ar
κάνω κάτι ασυλλόγιστα
fazer as malas
ετοιμάζω τις βαλίτσες μου
fazer as necessidades
κάνω την ανάγκη μου
fazer asneira
τα θαλασσώνω, κάνω βλακεία
fazer as unhas
φτιάχνω τα νύχια μου
fazer as vezes de
παίρνω τη θέσηgenitivo, αντικαθιστώ
fazer a vontade (a alguém)
κάνω το χατίρι (κάποιου)
fazer biquinho
μουτρώνω, θυμώνω
figurado, coloquial fazer cera
χάφτω μύγες, ψευτοδουλεύω
figurado fazer chorar as pedras da calçada
κάνω να συγκινηθούν ακόμα και οι πέτρες
fazer como se fosse/estivesse em sua casa
κάνω λες και είμαι σπίτι μου
fazer companhia
κρατάω συντροφιά
fazer compras
κάνω ψώνια, ψωνίζω
fazer com que
κάνω να
a grande procura faz com que os preços subam
η μεγάλη ζήτηση κάνει τις τιμές να ανεβαίνουνfiz com que ele tomasse uma decisão
τον έκανα να πάρει μια απόφαση fazer conta a
μετρώ ανυπόμονα
está a fazer conta aos dias que faltam para as férias
μετράει ανυπόμονα τις μέρες που λείπουν για τις διακοπές fazer das suas
1.
κάνω ζαβολιές
2.
τα κάνω θάλασσα
fazer (de conta) que
κάνω πως, προσποιούμαι πως
ele não trabalha, faz que trabalha
αυτός δεν δουλεύει, κάνει πως δουλεύειfiz de conta que não ouvi
προσποιήθηκα πως δεν άκουσα fazer desporto
αθλούμαι
gosta de fazer desporto
του αρέσει να αθλείται fazer efeito
έχω/φέρνω αποτέλεσμα
fazer espécie (a alguém)
κάνω να απορήσει, κάνω να παραξενευτεί
aquelas palavras fizeram-me espécie
εκείνα τα λόγια μ' έκαναν να απορήσω fazer falta
χρειάζομαι
faz aqui falta um espelho
χρειάζεται εδώ ένας καθρέφτης fazer figura de urso
γίνομαι ρεζίλι
fazer fogo
πυροβολώ
fazer gosto em
έχω ευχαρίστηση σε, χαίρομαι που
fazer gosto em ajudar (alguém)
χαίρομαι που βοηθώ (κάποιον) fazer horas
σκοτώνω την ώρα μου
fazer ideia
φαντάζομαι
fazer inveja
κάνω να ζηλέψει
fazer justiça
αποδίδω δικαιοσύνη
fazer justiça por suas próprias mãos
παίρνω το νόμο στα χέρια μου
figurado fazer num oito
στραπατσάρω, κάνω χίλια κομμάτια
fazer o que me vem à cabeça
κάνω του κεφαλιού μου
fazer ouvidos de mercador
κάνω τον κουφό, κάνω πως δεν ακούω
fazer parágrafo
αλλάζω παράγραφο
fazer parte de
αποτελώ μέροςgenitivo
fazer pela vida
μοχθώ, προσπαθώ να τα βγάζω πέρα
quem não faz pela vida, não se pode queixar
όποιος δεν μοχθεί, να μην παραπονιέται fazer por
προσπαθώ
ele fez por chegar a horas, mas com o trânsito atrasou-se
αυτός προσπάθησε να φτάσει εγκαίρως, αλλά με την κίνηση καθυστέρησε fazer por encomenda
κάνω κατά παραγγελία
fazer por fazer
κάνω ανόρεκτα
fazer por medida
κάνω επί παραγγελία
fazer pouco de
κοροϊδεύω
eles fizeram pouco do colega
αυτοί κορόιδεψαν το συμμαθητή τους fazer render o peixe
κάνω κάτι να διαρκέσει πολύ, ώστε να επωφεληθώ
fazer saber
διαδίδω, γνωστοποιώ
o rei fez saber que andava à procura dum condestável
ο βασιλιάς διέδωσε ότι αναζητούσε ένα στρατηλάτη fazer saltar/voar os miolos
τινάζω τα μυαλά μου στον αέρα
fazer sentido
στέκει, βγάζει νόημα
isso que tu dizes não faz sentido
αυτά που λες δεν στέκουν/βγάζουν νόημα fazer tudo por
τσακίζομαι να, σκοτώνομαι να
fazer uma tempestade num copo de água
κάνω πολύ κακό για το τίποτα, φέρνω τον κατακλυσμό
fazer um discurso
βγάζω λόγο
fazer uso de
κάνω χρήσηgenitivo
fez uso da sua autoridade
έκανε χρήση της εξουσίας του fazer ver
δίνω να καταλάβει
fazer versos
γράφω στίχους
ficar por fazer
μένω άφτιαχτος
hoje, a cama ficou por fazer
σήμερα, το κρεβάτι έμεινε άφτιαχτο mandar fazer
1.
βάζω να κάνει
mandar fazer um fato à medida
βάζω να μου κάνουν ένα κοστούμι επί παραγγελίαmandou fazer um armário
έβαλε να του κάνουν μια ντουλάπα2.
στέλνω να κάνει
ela mandou a empregada fazer as compras
αυτή έστειλε την υπηρέτρια να κάνει τα ψώνια3.
διατάζω να κάνει
a mãe mandou-o fazer os trabalhos de casa
η μητέρα τον διέταξε να κάνει τα μαθήματά του (não) fazer caso
(δεν) δίνω σημασία
ele avisou-me, mas eu não fiz caso
αυτός με προειδοποίησε, μα εγώ δεν έδωσα σημασία (não) fazer caso de
(δεν) δίνω σημασία/βάση σε
acho que devias fazer caso da sua opinião
νομίζω πως θα έπρεπε να δώσεις βάση στη γνώμη τουnão fez caso das críticas do outro
δεν έδωσε σημασία στις κριτικές του άλλου não fazer nenhum
δεν κάνω απολύτως τίποτα, είμαι αραχτός
não faz mal
δεν πειράζει
não haver nada a fazer
τίποτα δεν γίνεται
e eu aí entendi que não havia nada a fazer
και εγώ τότε κατάλαβα ότι τίποτε δεν γινόταν o que é que o senhor faz?
τι δουλειά κάνετε;
o que está feito, está feito
ό, τι έγινε, έγινε
que é feito de...?
τι απόγινε...;
que é feito dele/disso?
τι απόγινε αυτός/αυτό;que é feito da tua irmã?
τι απόγινε η αδελφή σου;que é feito delas?
τι απόγιναν αυτές; tanto faz
το ίδιο κάνει
ter mais que fazer
1.
άλλη δουλειά δεν είχα
2.
αυτό μου έλειπε!
ter muito que fazer
είμαι πνιγμένος στη δουλειά
ter que fazer
1.
έχω δουλειά
2.
πρέπει να κάνω
uma coisa é dizer, outra é fazer
είναι πιο εύκολο να το λες παρά να το κάνεις
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- textile industryfazer crochéelπλέξιμο με γαντζοβελόνα, πλέξιμο με τσιγκελάκι
- natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIESfazer batidaelΚατευθύνω
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
fazer – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/fazer [visualizado em 2026-07-19 21:52:08].
relacionadas com fazer
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- textile industryfazer crochéelπλέξιμο με γαντζοβελόνα, πλέξιμο με τσιγκελάκι
- natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIESfazer batidaelΚατευθύνω
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
fazer – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/fazer [visualizado em 2026-07-19 21:52:08].