revelar

re.ve.lar
ʀəvəˈlar
verbo transitivo
1.
αποκαλύπτω, φανερώνω
ela usava um véu, para não revelar o rosto
αυτή φορούσε πέπλο, για να μην αποκαλύπτει το πρόσωπο
2.
αποκαλύπτω, φανερώνω, δημοσιοποιώ
a imprensa não revelou o nome dos implicados
ο Τύπος δεν φανέρωσε το όνομα των εμπλεκόμενων
não revelaram ainda o nome dos vencedores do concurso
δεν αποκάλυψαν ακόμα τα ονόματα των νικητών του διαγωνισμού
revelar o conteúdo dum acordo
δημοσιοποιώ το περιεχόμενο μιας συμφωνίας
3.
αποκαλύπτω, μαρτυρώ
não revelou o nome dos coniventes
δεν αποκάλυψε τα ονόματα των συνεργών του
4.
αποκαλύπτω
a ciência tem-nos revelado muitos mistérios do universo
η επιστήμη μας έχει αποκαλύψει πολλά μυστικά του σύμπαντος
não me revelou os seus pensamentos íntimos
δεν μου αποκάλυψε τις μύχιες σκέψεις του
o papel que revelou aquele ator foi...
ο ρόλος που αποκάλυψε εκείνο τον ηθοποιό ήταν...
revelar um segredo
αποκαλύπτω ένα μυστικό
revelou-me confidencialmente os seus planos
μου αποκάλυψε εμπιστευτικά τα σχέδια του
será que os deuses revelam aos homens os seus desígnios?
άραγε οι θεοί αποκαλύπτουν στους ανθρώπους τις προθέσεις τους;
vou revelar-te as minhas aspirações
θα σου αποκαλύψω τις προσδοκίες μου
5.
μαρτυρώ, προδίδω, δείχνω
atos que revelam patriotismo
πράξεις που φανερώνουν πατριωτισμό
arrebiques que revelam mau gosto
φτιασίδια που μαρτυρούν κακογουστιά
atitude que revela comedimento
στάση που δείχνει αυτοσυγκράτηση
infelizmente, o trabalho dele revela amadorismo
δυστυχώς, η δουλειά του δείχνει ερασιτεχνισμό
o seu ato revela inexperiência
η πράξη του μαρτυρεί απειρία
o seu olhar revelava aversão
το βλέμμα του πρόδιδε αντιπάθεια
pessoa reles, com atitudes que só revelam mesquinhez
ποταπός άνθρωπος, με ενέργειες που δείχνουν μονάχα μικροπρέπεια
uma expressão que revela nostalgia
μια έκφραση που προδίδει νοσταλγία
uma posição que revela profundo recolhimento
μια στάση που μαρτυρεί βαθιά κατάνυξη
6.
δείχνω
ela revelou competência
αυτή έδειξε ικανότητα
ele revelou um sangue-frio espantoso!
έδειξε απίστευτη ψυχραιμία!
7.
FOTOGRAFIA εμφανίζω
mandar revelar um rolo
δίνω να μου εμφανίσουν ένα φιλμ
ANAGRAMAS
Porto Editora – revelar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 08:11:58]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
destinatário de cópia não revelado
αφανής αποδέκτης αντιγράφου
EMPREGO E TRABALHO
operador de máquina de revelar
εμφανιστής φωτογραφιών
QUESTÕES SOCIAIS
máquina de revelar
μηχανή εμφάνισης
máquina de revelar automática
αυτόματη μηχανή εμφάνισης
VER +