sondar

son.dar
sõˈdar
verbo transitivo
1.
βυθομετρώ, βολιδοσκοπώ, βυθοσκοπώ
sondar o fundo de um lago
βυθοσκοπώ τα βάθη μιας λίμνης
2.
κάνω γεώτρηση
sondar o subsolo, em busca de riquezas minerais
κάνω γεώτρηση στο υπέδαφος, σε αναζήτηση ορυκτού πλούτου
3.
MEDICINA καθετηριάζω
sondar os intestinos
καθετηριάζω τα έντερα
4.
figurado βολιδοσκοπώ
sondar as intenções (de alguém)
βολιδοσκοπώ τις προθέσεις (κάποιου)
5.
figurado βολιδοσκοπώ, σφυγμομετρώ
sondar os eleitores
σφυγμομετρώ τους ψηφοφόρους
figurado sondar o terreno
βολιδοσκοπώ την κατάσταση
Porto Editora – sondar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 18:31:05]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
sonda para análise do queijo
δειγματολήπτης τυριού, τυροκλέπτης
AGROALIMENTAR
sonda para manteiga
δειγματολήπτης βουτύρου
CIÊNCIAS
sonda térmica
θερμίστορας
esfera da sonda térmica
σφαίρα θερμίστορα
sonda acústica
βυθόμετρο, ηχητικό βυθόμετρο, ηχοβολιστική συσκευή
VER +