alto

alta
al.to
ˈaɫtu
adjetivo
1.
ψηλός, υψηλός literário
a paisagem vista dum ponto alto
το τοπίο όπως φαίνεται από ένα ψηλό σημείο
ele é mais alto do que eu
αυτός είναι πιο ψηλός από μένα
é tão alto que não cabia de pé na gruta
είναι τόσο ψηλός που δεν χωρούσε όρθιος στη σπηλιά
garrafa com gargalo alto
μπουκάλι με ψηλό λαιμό
monte bastante alto
αρκετά ψηλό βουνό
muros altos
ψηλοί τοίχοι
nuvens altas
ψηλά σύννεφα
o paciente apresentou febre alta
ο ασθενής παρουσίασε υψηλό πυρετό
pescoço alto
ψηλός λαιμός
prateleira alta
ψηλό ράφι
saltos altos
ψηλά τακούνια
tetos altos
ψηλά ταβάνια
temperaturas altas
υψηλές θερμοκρασίες
tem pernas bem altas
έχει πολύ ψηλά πόδια
teve notas altas
είχε υψηλούς βαθμούς
2.
υψηλός
alimentos de alto valor nutritivo
τρόφιμα με υψηλή θρεπτικότητα
alta finança
υψηλά οικονομικά
alta frequência
υψηλή συχνότητα
alta pressão
υψηλή πίεση
altas individualidades da nação
υψηλές προσωπικότητες του έθνους
as classes sociais altas
οι υψηλές κοινωνικές τάξεις
cabos de alta tensão
καλώδια υψηλής τάσεως
cidade com alto grau de poluição sonora
πόλη με υψηλό βαθμό ηχορρύπανσης
preços altos
υψηλές τιμές
sapatos de alta qualidade
παπούτσια υψηλής ποιότητας
tem um tom de voz alto
έχει υψηλό τόνο φωνής
tributação alta
υψηλή φορολογία
3.
ανώτερος
alto dignitário
ανώτερος αξιωματούχος
oficial de alta patente
αξιωματικός ανωτέρου βαθμού
os quadros altos do ministério
τα ανώτερα στελέχη του υπουργείου
4.
κορυφαίος
o momento alto dum evento
η κορυφαία στιγμή μιας εκδήλωσης
5.
άνω
Alta Baviera
Άνω Βαυαρία
Alto Douro
Άνω Ντόουρου
Alto Reno
Άνω Ρήνος
Alto Volta
Άνω Βόλτα
Câmara Alta
Άνω Βουλή
nome masculino
1.
ύψος neutro
medir uma parede ao alto
μετρώ έναν τοίχο στο ύψος
o muro tem 3 metros de alto
ο τοίχος έχει ύψος 3 μέτρα
2.
ύψη neutro,plural
a lava foi projetada para o alto
η λάβα εκσφενδονίστηκε στα ύψη
do alto, veem-se os bancos de areia
από τα ύψη, φαίνονται οι αμμώδεις ξέρες
3.
κορυφή feminino
no alto da serra
στην κορυφή του βουνού
tem uma cicatriz no alto da cabeça
έχει μια ουλή στην κορυφή του κεφαλιού
4.
καρούμπαλο neutro
caiu e fez um alto na cabeça
έπεσε και έκανε ένα καρούμπαλο στο κεφάλι
5.
πέλαγος neutro , ανοιχτή θάλασσα feminino
peixe apanhado no alto
ψάρια που πιάστηκαν στο πέλαγος
6.
MÚSICA
(instrumento) άλτο neutro , βιόλα feminino
7.
MÚSICA
(voz) άλτο neutro , κοντράλτο neutro
advérbio
1.
ψηλά
não foi por nenhum acaso que chegou tão alto
δεν είναι καθόλου σύμπτωση που έφτασε τόσο ψηλά
voar bem alto
πετώ πολύ ψηλά
2.
δυνατά, μεγαλόφωνα, φωναχτά
cantar alto
τραγουδώ δυνατά
falar alto
μιλώ μεγαλόφωνα
proferiu alto o meu nome
πρόφερε το όνομά μου φωναχτά
3.
δυνατά
gosta de ouvir a música alto
του αρέσει να ακούει δυνατά τη μουσική
pôr o rádio mais alto
βάζω το ραδιόφωνο πιο δυνατά
interjeição
1.
στοπ
alto!, vamos fazer uma paragem
στοπ, θα σταματήσουμε για λίγο
2.
MILITAR αλτ
alto!, quem vem lá?
αλτ, τις ει;
a altas horas da noite
μεσονυχτίς, νυχτιάτικα, μέσα στη νύχτα
alta noite
τα ξημερώματα
alta sociedade
υψηλή κοινωνία
alta traição
εσχάτη προδοσία
Alto Comando
Γενικό Επιτελείο
alto (lá)!
σταθείτε!
alto e bom som
καθαρά και ξάστερα
alto e malo
στο βρόντο, στα κουτουρού
altos e baixos
σκαμπανεβάσματα
TIPOGRAFIA caixa alta
κεφαλαία στοιχεία
de alto a baixo
από πάνω μέχρι κάτω
de alto lá com ele
δύσκολης επίλυσης
um problema de alto lá com ele
πρόβλημα δύσκολης επίλυσης
dia alto
καταμεσής της ημέρας
em voz alta
δυνατά, φωναχτά
fazer alto
σταματώ
lá no alto
μεσούρανα
manhã alta
αργά το πρωί
mar alto
πέλαγος
(muito) por alto
(πολύ) επιφανειακά, (πολύ) χοντρικά
fazer contas por alto
κάνω χοντρικά κάποιους υπολογισμούς
no alto mar
στα ανοιχτά, μεσοπέλαγα
passar por alto
ρίχνω μια ματιά
passei por alto a matéria de História
έριξα μια ματιά στην ύλη της Ιστορίας
ANAGRAMAS
Porto Editora – alto no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 02:12:13]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pesca do largo / pesca em mar alto
αλιεία ανοικτής θαλάσσης, αλιεία ανοιχτής θάλασσας
AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
instalação de transformação de alto risco
εργοστάσιο μεταποίησης υλικών υψηλού κινδύνου
ATIVIDADE POLÍTICA
Alto Representante na Bósnia-Herzegovina
Ύπατος Εκπρόσωπος
VER +