barato

barata
ba.ra.to
bɐˈratu
adjetivo
1.
φτηνός, φθηνός
estes óculos não foram nada baratos
αυτά τα γυαλιά δεν ήταν καθόλου φτηνά
este terreno foi barato
αυτό το οικόπεδο ήταν φτηνό
hotel barato
φτηνό ξενοδοχείο
mão de obra barata
φτηνό εργατικό δυναμικό
país em que a vida é barata
χώρα όπου η ζωή είναι φτηνή
roupa barata
φτηνά ρούχα
uma modista barata
μια φτηνή μοδίστρα
2.
figurado μπανάλ
piada barata
μπανάλ αστείο
advérbio
φτηνά, φθηνά
comprar barato e bom
αγοράζω καλά και φτηνά
comprar/vender (alguma coisa) barato
αγοράζω/πουλώ (κάτι) φτηνά
nome masculino
βιδάνιο neutro , γκανιότα feminino
o barato devido a uma casa de jogo
το βιδάνιο που οφείλεται σε μια χαρτοπαικτική λέσχη
dar de barato
θεωρώ δεδομένο
(provérbio) o que é barato sai caro
η φτήνια τρώει τον παρά
ANAGRAMAS
Porto Editora – barato no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 14:07:11]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
barata acionada à mão / batedeira manual
καρδάρα βουτύρου με μανιβέλα, χειροκίνητη καρδάρα βουτύρου
barata elétrica / batedeira elétrica
βουτυρομηχανή, ηλεκτρική καρδάρα βουτύρου, καρδάρα βουτύρου με ηλεκτρικό κινητήρα
barata de eixo vertical / batedeira de eixo vertical
καρδάρα βουτύρου με κατακόρυφο άξονα
ECONOMIA, FINANÇAS
política de dinheiro barato
πολιτική φθηνού χρήματος
INDÚSTRIA
produto para matar baratas
κατσαριδικτόνο