competir

com.pe.tir
kõpəˈtir
verbo transitivo
1.
αρμόζω [a, σε], εναπόκειται [a, σε], απόκειται [a, σε], έγκειται [a, σε]
compete à polícia investigar o caso
εναπόκειται στην αστυνομία να ερευνήσει την υπόθεση
compete-lhe a si dar uma explicação cabal
απόκειται σε σας να δώσετε μια ικανοποιητική εξήγηση
compete-lhe a si resolver o problema
αρμόζει σε σας να λύσετε το πρόβλημα
compete-te a ti agradecer
εναπόκειται σε σένα να ευχαριστήσεις
não me compete imputar responsabilidades
δεν μου αρμόζει να καταλογίσω ευθύνες
2.
αρμόζω [σε; a, σε], ανήκω [σε; a, σε]
receber (alguém) com honras que competem a um chefe de estado
υποδέχομαι (κάποιον) με τιμές που ανήκουν σε αρχηγό κράτους
verbo intransitivo
1.
συναγωνίζομαι
competem a ver quem consegue mais lucros
συναγωνίζονται ποιος θα καταφέρει να έχει πιο πολλά κέρδη
competir (alguma coisa) em qualidade
συναγωνίζομαι (κάτι) σε ποιότητα
eles competem entre si quanto à esperteza
συναγωνίζονται ο ένας τον άλλο σε εξυπνάδα
2.
ανταγωνίζομαι
empresas que competem no setor do turismo
επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται στον τομέα του τουρισμού
3.
διαγωνίζομαι
competiu numa prova de natação
διαγωνίστηκε σε αγώνα κολύμβησης
4.
αναλογώ, ανήκω
não quero mais do que o que me compete
δεν θέλω παρά αυτό που μου ανήκει
o dinheiro que me compete é pouco
τα χρήματα που μου αναλογούν είναι λίγα
Porto Editora – competir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 18:29:51]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
compete ao Tribunal adotar as Instruções ao secretário
οι οδηγίες προς τον γραμματέα θεσπίζονται από το Δικαστήριο