cons.ci.ên.ci.akõʃˈsjẽnsjɐ
nome feminino
1.
συνείδηση
a consciência atormenta-me
η συνείδησή μου με ταλανίζει
conflito de consciência
κρίση συνειδήσεως
consciência adormecida
αποκοιμισμένη συνείδηση
exame de consciência
έλεγχος συνειδήσεως
guio-me pela minha consciência
καθοδηγούμαι από τη συνείδησή μου
isso pesa-me na consciência
αυτό είναι βάρος στη συνείδησή μου
liberdade de consciência
ελευθερία συνειδήσεως
objeção de consciência
αντίρρηση συνειδήσεως
ouvir a voz da consciência
ακούω τη φωνή της συνείδησής μου
perturbação de consciência
διαταραχή της συνείδησης
por razões de consciência
για λόγους συνειδήσεως
problemas de consciência
προβλήματα συνειδήσεως
questão de consciência
θέμα συνειδήσεως
ter a consciência limpa
έχω ήσυχη/καθαρή τη συνείδησή μου
ter a consciência pesada
έχω βαριά τη συνείδησή μου
ter (alguém/alguma coisa) a pesar na consciência
έχω (κάποιον/κάτι) που βαραίνει τη συνείδησή μου
2.
επίγνωση, συναίσθηση
estar em perfeita consciência
έχω πλήρη επίγνωση
ter consciência das suas culpas
έχω συναίσθηση του φταίξιμού μου
ter consciência das suas responsabilidades
έχω επίγνωση των ευθυνών μου
3.
αισθήσεις plural
apesar da perda de sangue, conseguiu manter a consciência
παρά την αιμορραγία, κατάφερε να διατηρήσει τις αισθήσεις του
esteve alguns minutos sem consciência
έμεινε μερικά λεπτά χωρίς αισθήσεις
perder a consciência
χάνω τις αισθήσεις μου
recuperar a consciência
ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου
4.
άποψη
em minha consciência, o caso deveria ser levado a tribunal
κατά την άποψή μου, η υπόθεση θα έπρεπε να πάει στα δικαστήρια
boa consciência
ευσυνειδησία
com consciência
έχοντας συνείδηση
agiu com consciência das responsabilidades
έπραξε έχοντας συνείδηση των ευθυνών του
comprar a consciência (de alguém)
δωροδοκώ (κάποιον)
consciência coletiva
συλλογική συνείδηση
consciência de classe
ταξική συνείδηση
consciência profissional
επαγγελματική συνείδηση
de consciência leve
ελαφρά τη συνειδήσει
em boa consciência
εν πάσει συνειδήσει
em consciência
κατά συνείδηση
em perfeita consciência
έχοντας πλήρη επίγνωση
falta de consciência
απερισκεψία
ficar bem/mal com a sua consciência
τα έχω καλά/άσχημα με τη συνείδησή μου
peso de consciência
βάρος συνειδήσεως
pessoa sem consciência
ασυνείδητος άνθρωπος
pôr a mão na consciência
αυτοεξετάζομαι εξονυχιστικά
por descargo de consciência
για κάθε ενδεχόμενο
acho que fechei o gás, mas por descargo de consciência vou verificar
νομίζω πως έκλεισα το αέριο, μα για κάθε ενδεχόμενο θα το επιβεβαιώσω
por dever de consciência
για λόγους ευσυνειδησίας
ter boa/má consciência
έχω/δεν έχω καθαρή συνείδηση
tomar consciência (de alguma coisa)
συνειδητοποιώ (κάτι)
só agora tomei consciência de que fui enganado
μόνο τώρα συνειδητοποίησα ότι με γέλασαν

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • SOCIAL QUESTIONS
    consciência
    el
    συναίσθηση, επίγνωση, αντίληψη
  • migration
    consciência
    el
    εγρήγορση
  • rights and freedoms
    preso de consciência / prisioneiro por motivos de opinião
    el
    κρατούμενος λόγω πεποιθήσεων, κρατούμενος αντιρρησίας συνείδησης, κρατούμενος για λόγους συνείδησης
  • international agreement / EUROPEAN UNION / LAW
    consciência europeia
    el
    ευρωπαϊκή συνείδηση
  • environmental monitoring
    consciência ecológica
    el
    οικολογική συνείδηση
  • ENVIRONMENT
    consciência ambiental
    el
    περιβαλλοντική συνείδηση/περιβαλλοντική ευαισθησία
  • defence / rights and freedoms / SOCIAL QUESTIONS
    objeção de consciência
    el
    αντίρρηση συνείδησης
  • artificial intelligence
    consciência artificial
    el
    τεχνητή συνείδηση
  • defence / rights and freedoms
    objetor de consciência
    el
    αντιρρησίας συνειδήσεως
  • ENVIRONMENT
    consciência do cidadão
    el
    πολιτική συνείδηση
  • medical science
    expansão da consciência
    el
    διεύρυνση συνειδήσεως, επέκταση του συνειδητού
  • Family law
    casamento secreto / casamento de consciência
    el
    μυστικός γάμος
  • SOCIAL QUESTIONS / rights and freedoms
    liberdade de consciência
    el
    ελευθερία συνείδησης
  • culture / education / behavioural sciences
    consciência intercultural
    el
    διαπολιτισμική συνειδητοποίηση
  • health
    tempo de consciência útil
    el
    χρόνος ωφέλιμης συνείδησης, Χ.Ω.Σ
  • rights and freedoms
    direito à objeção de consciência
    el
    δικαίωμα αντίρρησης συνειδήσεως
  • medical science
    estado crepuscular da consciência
    el
    λυκοφωτική κατάσταση του συνειδητού
  • social affairs / sexual discrimination / gender equality / equal treatment
    consciência das questões de género / sensibilização para as questões de género / sensibilização para as questões da igualdade entre mulheres e homens
    el
    συνειδητοποίηση όσον αφορά το φύλο
  • EUROPEAN UNION / LAW
    toda lealdade, discrição e consciência
    el
    με πίστη,εχεμύθεια και ευσυνειδησία
  • EUROPEAN UNION / LAW
    em consciência e com toda imparcialidade
    el
    ευσυνείδητα και αμερόληπτα
  • rights of the individual
    liberdade de pensamento, de consciência e de religião / liberdade de religião ou de convicção
    el
    θρησκευτική ελευθερία και ελευθερία των πεποιθήσεων, ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας
  • defence / LAW
    serviço nacional exigido de um objetor de consciência
    el
    απαιτούμενη στρατιωτική θητεία για αντιρρησία συνείδησης
  • LAW
    exercício das funções com total imparcialidade e consciência
    el
    άσκηση των καθηκόντων με πλήρη αμεροληψία και ευσυνειδησία
  • Procedural law
    exercer as funções com toda a lealdade, discrição e consciência
    el
    ασκώ τα καθήκoντα με πίστη, εχεμύθεια και ευσυνειδησία
  • legal profession / EU institution / operation of the Institutions / justice
    exercer as funções com toda a lealdade, discrição e consciência
    el
    ασκώ τα καθήκοντα με πίστη,εχεμύθεια και ευσυνειδησία
  • LAW
    dever de cumprir a sua missão conscienciosamente e com toda imparcialidade / dever de cumprir a sua missão em consciência e com toda a imparcialidade
    el
    υποχρέωση να εκπληρώσουν το έργο τους ευσυνείδητα και αμερόληπτα
  • Procedural law
    dever que incumbe ao perito de cumprir a sua missão em consciência e com toda a imparcialidade
    el
    υποχρέωση του πραγματογνώμονα να εκπληρώσει την αποστολή του με ευσυνειδησία και απόλυτη αμεροληψία
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – consciência no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-03-23 21:22:43]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • SOCIAL QUESTIONS
    consciência
    el
    συναίσθηση, επίγνωση, αντίληψη
  • migration
    consciência
    el
    εγρήγορση
  • rights and freedoms
    preso de consciência / prisioneiro por motivos de opinião
    el
    κρατούμενος λόγω πεποιθήσεων, κρατούμενος αντιρρησίας συνείδησης, κρατούμενος για λόγους συνείδησης
  • international agreement / EUROPEAN UNION / LAW
    consciência europeia
    el
    ευρωπαϊκή συνείδηση
  • environmental monitoring
    consciência ecológica
    el
    οικολογική συνείδηση
  • ENVIRONMENT
    consciência ambiental
    el
    περιβαλλοντική συνείδηση/περιβαλλοντική ευαισθησία
  • defence / rights and freedoms / SOCIAL QUESTIONS
    objeção de consciência
    el
    αντίρρηση συνείδησης
  • artificial intelligence
    consciência artificial
    el
    τεχνητή συνείδηση
  • defence / rights and freedoms
    objetor de consciência
    el
    αντιρρησίας συνειδήσεως
  • ENVIRONMENT
    consciência do cidadão
    el
    πολιτική συνείδηση
  • medical science
    expansão da consciência
    el
    διεύρυνση συνειδήσεως, επέκταση του συνειδητού
  • Family law
    casamento secreto / casamento de consciência
    el
    μυστικός γάμος
  • SOCIAL QUESTIONS / rights and freedoms
    liberdade de consciência
    el
    ελευθερία συνείδησης
  • culture / education / behavioural sciences
    consciência intercultural
    el
    διαπολιτισμική συνειδητοποίηση
  • health
    tempo de consciência útil
    el
    χρόνος ωφέλιμης συνείδησης, Χ.Ω.Σ
  • rights and freedoms
    direito à objeção de consciência
    el
    δικαίωμα αντίρρησης συνειδήσεως
  • medical science
    estado crepuscular da consciência
    el
    λυκοφωτική κατάσταση του συνειδητού
  • social affairs / sexual discrimination / gender equality / equal treatment
    consciência das questões de género / sensibilização para as questões de género / sensibilização para as questões da igualdade entre mulheres e homens
    el
    συνειδητοποίηση όσον αφορά το φύλο
  • EUROPEAN UNION / LAW
    toda lealdade, discrição e consciência
    el
    με πίστη,εχεμύθεια και ευσυνειδησία
  • EUROPEAN UNION / LAW
    em consciência e com toda imparcialidade
    el
    ευσυνείδητα και αμερόληπτα
  • rights of the individual
    liberdade de pensamento, de consciência e de religião / liberdade de religião ou de convicção
    el
    θρησκευτική ελευθερία και ελευθερία των πεποιθήσεων, ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας
  • defence / LAW
    serviço nacional exigido de um objetor de consciência
    el
    απαιτούμενη στρατιωτική θητεία για αντιρρησία συνείδησης
  • LAW
    exercício das funções com total imparcialidade e consciência
    el
    άσκηση των καθηκόντων με πλήρη αμεροληψία και ευσυνειδησία
  • Procedural law
    exercer as funções com toda a lealdade, discrição e consciência
    el
    ασκώ τα καθήκoντα με πίστη, εχεμύθεια και ευσυνειδησία
  • legal profession / EU institution / operation of the Institutions / justice
    exercer as funções com toda a lealdade, discrição e consciência
    el
    ασκώ τα καθήκοντα με πίστη,εχεμύθεια και ευσυνειδησία
  • LAW
    dever de cumprir a sua missão conscienciosamente e com toda imparcialidade / dever de cumprir a sua missão em consciência e com toda a imparcialidade
    el
    υποχρέωση να εκπληρώσουν το έργο τους ευσυνείδητα και αμερόληπτα
  • Procedural law
    dever que incumbe ao perito de cumprir a sua missão em consciência e com toda a imparcialidade
    el
    υποχρέωση του πραγματογνώμονα να εκπληρώσει την αποστολή του με ευσυνειδησία και απόλυτη αμεροληψία
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – consciência no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-03-23 21:22:43]. Disponível em