MOMENTOS WOOK - 20% de desconto em todos os livros
favoritos
do.brar separador fonéticaduˈbrar

conjugação

verbo transitivo
1.
διπλώνω
dobrar o jornal
διπλώνω την εφημερίδα
dobrar uma folha de papel
διπλώνω ένα φύλλο χαρτί
dobrar um lençol
διπλώνω ένα σεντόνι
2.
διπλασιάζω
dobrar o número de vazas
διπλασιάζω τον αριθμό χαρτωσιών
dobrar o salário (de alguém)
διπλασιάζω το μισθό (κάποιου)
dobrar uma aposta
διπλασιάζω ένα στοίχημα
dobrar uma consoante
διπλασιάζω ένα σύμφωνο
dobrou os esforços mas nada conseguiu
διπλασίασε τις προσπάθειες μα τίποτε δεν κατάφερε
3.
λυγίζω, κάμπτω
dobrar as pernas
λυγίζω τα πόδια μου
dobrar um arame
λυγίζω ένα σύρμα
4.
στρίβω [σε], κάνω τον γύρο
dobrar a esquina
στρίβω στη γωνία
5.
NÁUTICA καβατζάρω, κάμπτω
dobrar um cabo
καβατζάρω έναν κάβο
6.
CINEMA, TELEVISÃO μεταγλωττίζω, ντουμπλάρω
dobrar um filme
μεταγλωττίζω μια ταινία
7.
CINEMA, TEATRO, TELEVISÃO ντουμπλάρω
dobrar um ator
ντουμπλάρω έναν ηθοποιό
8.
figurado λυγίζω, υποτάσσω
ninguém o pôde dobrar
κανείς δεν μπόρεσε να τον λυγίσει
9.
figurado τιθασεύω, δαμάζω
dobrar um cavalo selvagem
τιθασεύω ένα άγριο άλογο
verbo intransitivo
1.
διπλασιάζομαι
o cansaço que sentia dobrou
η κούραση που ένιωθε διπλασιάστηκε
o número de alunos quase dobrou
ο αριθμός μαθητών σχεδόν διπλασιάστηκε
o valor da casa dobrou
η αξία του σπιτιού διπλασιάστηκε
2.
(sinos) ηχώ/σημαίνω αργά
os sinos dobravam
οι καμπάνες ηχούσαν αργά
a dobrar
1.
εις διπλούν
fazer/ter (alguma coisa) a dobrar
κάνω/έχω (κάτι) εις διπλούν
2.
διπλά
ver tudo a dobrar
τα βλέπω όλα διπλά
figurado dobrar a cerviz
σκύβω το κεφάλι μου, υποτάσσομαι
(sinos) dobrar a finados
ηχώ/σημαίνω πένθιμα
figurado dobrar a língua
μαζεύω τη γλώσσα μου
dobrar o passo
επιταχύνω το βήμα μου

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • industrial structures
    dobrar
    el
    διπλώνω, πακετάρω, τυλίγω
  • means of communication
    dobrar
    el
    διπλώνω, πτύσσω
  • means of communication
    dobrar em dois
    el
    διπλώνω στα δύο
  • materials technology / TRANSPORT / land transport
    linha de dobrar
    el
    γραμμή λυγίσματος, γραμμή κάμψης
  • chemical compound / industrial structures
    pinças para dobrar
    el
    Συγκρατητές μπόρ
  • industrial structures
    carro de dobrar tecidos / dobradeira / carro dobrador
    el
    πτυχωτής
  • industrial structures
    máquina de dobrar ao largo / enfestadeira
    el
    διπλωματική μηχανή υφάσματος με μεγάλες πιέτες
  • INDUSTRY
    casulo de bicho-da-seda impróprio para dobrar / casulo impróprio para dobrar
    el
    κουκούλια ακατάλληλα για εκτύλιγμα των ινών τους, κουκούλι ακατάλληλο για ξετύλιγμα των ινών του
  • industrial structures / technology and technical regulations
    dispositivo de dobrar tecido em pregas
    el
    μηχανή για δίπλωμα
  • industrial structures / technology and technical regulations
    máquina de dobrar tecido em pregas simples
    el
    διπλωτική μηχανή
  • communications / industrial structures
    enrolar/dobrar
    el
    περιέλιξη
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – dobrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-13 22:49:23]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada dobrar

thumbnail gesto
ver

Provérbios

  • A alfaiate pobre, a agulha se lhe dobra.
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • industrial structures
    dobrar
    el
    διπλώνω, πακετάρω, τυλίγω
  • means of communication
    dobrar
    el
    διπλώνω, πτύσσω
  • means of communication
    dobrar em dois
    el
    διπλώνω στα δύο
  • materials technology / TRANSPORT / land transport
    linha de dobrar
    el
    γραμμή λυγίσματος, γραμμή κάμψης
  • chemical compound / industrial structures
    pinças para dobrar
    el
    Συγκρατητές μπόρ
  • industrial structures
    carro de dobrar tecidos / dobradeira / carro dobrador
    el
    πτυχωτής
  • industrial structures
    máquina de dobrar ao largo / enfestadeira
    el
    διπλωματική μηχανή υφάσματος με μεγάλες πιέτες
  • INDUSTRY
    casulo de bicho-da-seda impróprio para dobrar / casulo impróprio para dobrar
    el
    κουκούλια ακατάλληλα για εκτύλιγμα των ινών τους, κουκούλι ακατάλληλο για ξετύλιγμα των ινών του
  • industrial structures / technology and technical regulations
    dispositivo de dobrar tecido em pregas
    el
    μηχανή για δίπλωμα
  • industrial structures / technology and technical regulations
    máquina de dobrar tecido em pregas simples
    el
    διπλωτική μηχανή
  • communications / industrial structures
    enrolar/dobrar
    el
    περιέλιξη
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – dobrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-13 22:49:23]. Disponível em