dobrar

do.brar
duˈbrar
verbo transitivo
1.
διπλώνω
dobrar o jornal
διπλώνω την εφημερίδα
dobrar uma folha de papel
διπλώνω ένα φύλλο χαρτί
dobrar um lençol
διπλώνω ένα σεντόνι
2.
διπλασιάζω
dobrar o número de vazas
διπλασιάζω τον αριθμό χαρτωσιών
dobrar o salário (de alguém)
διπλασιάζω το μισθό (κάποιου)
dobrar uma aposta
διπλασιάζω ένα στοίχημα
dobrar uma consoante
διπλασιάζω ένα σύμφωνο
dobrou os esforços mas nada conseguiu
διπλασίασε τις προσπάθειες μα τίποτε δεν κατάφερε
3.
λυγίζω, κάμπτω
dobrar as pernas
λυγίζω τα πόδια μου
dobrar um arame
λυγίζω ένα σύρμα
4.
στρίβω [σε], κάνω τον γύρο
dobrar a esquina
στρίβω στη γωνία
5.
NÁUTICA καβατζάρω, κάμπτω
dobrar um cabo
καβατζάρω έναν κάβο
6.
CINEMA, TELEVISÃO μεταγλωττίζω, ντουμπλάρω
dobrar um filme
μεταγλωττίζω μια ταινία
7.
CINEMA, TEATRO, TELEVISÃO ντουμπλάρω
dobrar um ator
ντουμπλάρω έναν ηθοποιό
8.
figurado λυγίζω, υποτάσσω
ninguém o pôde dobrar
κανείς δεν μπόρεσε να τον λυγίσει
9.
figurado τιθασεύω, δαμάζω
dobrar um cavalo selvagem
τιθασεύω ένα άγριο άλογο
verbo intransitivo
1.
διπλασιάζομαι
o cansaço que sentia dobrou
η κούραση που ένιωθε διπλασιάστηκε
o número de alunos quase dobrou
ο αριθμός μαθητών σχεδόν διπλασιάστηκε
o valor da casa dobrou
η αξία του σπιτιού διπλασιάστηκε
2.
(sinos) ηχώ/σημαίνω αργά
os sinos dobravam
οι καμπάνες ηχούσαν αργά
a dobrar
1.
εις διπλούν
fazer/ter (alguma coisa) a dobrar
κάνω/έχω (κάτι) εις διπλούν
2.
διπλά
ver tudo a dobrar
τα βλέπω όλα διπλά
figurado dobrar a cerviz
σκύβω το κεφάλι μου, υποτάσσομαι
(sinos) dobrar a finados
ηχώ/σημαίνω πένθιμα
figurado dobrar a língua
μαζεύω τη γλώσσα μου
dobrar o passo
επιταχύνω το βήμα μου
ANAGRAMAS
Porto Editora – dobrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 15:43:59]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
máquina para dobrar correspondência
μηχανή διπλώματος της αλληλογραφίας
CIÊNCIAS
dobras desarmónicas
δυσαρμονικές πτυχές
dobra de arrastamento
πτυχή ολίσθησης
dobra tombada
ημιανεστραμμένη πτυχή
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
dobrado para dentro
Γυρισμένα άκρα
VER +