elevar

e.le.var
iləˈvar
verbo transitivo
1.
σηκώνω, υψώνω, ανυψώνω
elevar o olhar
υψώνω το βλέμμα μου
elevar uma carga
σηκώνω ένα φορτίο
2.
ανυψώνω, ανεγείρω
elevar uma igreja
ανεγείρω εκκλησία
3.
ανεβάζω, ανυψώνω, υψώνω
elevar a qualidade dum produto
ανεβάζω την ποιότητα ενός προϊόντος
elevar os preços
υψώνω τις τιμές
o sol elevou a temperatura do mar
ο ήλιος ανέβασε τη θερμοκρασία της θάλασσας
4.
υψώνω
elevar a voz
υψώνω τη φωνή μου
5.
ανυψώνω
elevar (alguém) ao poder
ανυψώνω (κάποιον) στην εξουσία
6.
προβιβάζω
elevar uma cidade a capital de distrito
προβιβάζω μια πόλη σε πρωτεύουσα νομού
7.
RELIGIÃO υψώνω
elevar a hóstia
υψώνω την όστια
8.
MATEMÁTICA ανάγω, υψώνω
elevar à 8ª potência
υψώνω στην 8η δύναμη
elevar ao quadrado/cubo
ανάγω στο τετράγωνο/κύβο
9.
figurado ανυψώνω
elevar o moral (de alguém)
ανυψώνω το ηθικό (κάποιου)
10.
figurado μεταρσιώνω, εξυψώνω
a arte eleva o espírito
η τέχνη μεταρσιώνει το πνεύμα
11.
εξυψώνω, εξαίρω
elevar feitos de guerra
εξυψώνω πολεμικά ανδραγαθήματα
ANAGRAMAS
Porto Editora – elevar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 23:48:08]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
cultura de elevado rendimento de cogumelos
καλλιέργεια μανιταριών υψηλών αποδόσεων
ATIVIDADE POLÍTICA
situação de elevado número de vítimas
κατάσταση με μαζικές απώλειες
CIÊNCIAS
elevado rendimento
υψηλή απόδοση από πλευράς προϊόντος
VER +