exaltar

e.xal.tar
izaɫˈtar
verbo transitivo
1.
υψώνω, εξυψώνω
2.
εξυψώνω, εκθειάζω, εξυμνώ
exaltar as glórias dum povo
εξυμνώ τις δόξες ενός λαού
exaltar a virtude (de alguém)
εξυψώνω την αρετή (κάποιου)
exaltar o patriotismo
εξυμνώ τον πατριωτισμό
exaltar o trabalho (de alguém)
εκθειάζω τη δουλειά (κάποιου)
3.
εξάπτω
aquela perspetiva exaltou-me
εκείνη η προοπτική μ' εξήψε
exaltar os ânimos
εξάπτω τα πνεύματα
4.
εκνευρίζω, εξοργίζω
aquela mentira exaltou-me
εκείνο το ψέμα μ' εκνεύρισε
Porto Editora – exaltar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 04:59:10]. Disponível em