humor

hu.mor
uˈmor
nome masculino
1.
(medicina antiga) χυμός
a fleuma, um dos quatros humores do corpo
το φλέγμα, ένας από τους τέσσερις χυμούς του σώματος
2.
ANATOMIA υγρό neutro
humor aquoso
οφθαλμικό/υδατοειδές υγρό
humor hialóideo/vítreo
υαλοειδές υγρό
os humores do corpo humano
τα υγρά του ανθρώπινου σώματος
3.
(ψυχική) διάθεση feminino
flutuação de humor
ταλάντευση διάθεσης
tentei melhorar-lhe o humor, mas nada consegui
προσπάθησα να του βελτιώσω τη διάθεση, μα τίποτα δεν κατάφερα
4.
χιούμορ neutro
humor britânico
αγγλικό χιούμορ
humor cáustico
καυστικό χιούμορ
não aprecio esse tipo de humor
δεν μου αρέσει αυτό το χιούμορ
estar com os humores
είμαι κακοδιάθετος
estar de bom humor
είμαι ευδιάθετος/καλοδιάθετος
estar de mau humor
είμαι κακοδιάθετος
humor negro
μαύρο χιούμορ
ser de humores
είμαι κυκλοθυμικός
ter sentido de humor
έχω το αίσθημα του χιούμορ
Como referenciar: Porto Editora – humor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-09-17 02:35:48]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
QUESTÕES SOCIAIS
humor aquoso
υδατοειδές υγρό
humor vítreo / vitrina ocular
υαλοειδές σώμα οφθαλμού
humores cardinais
κύρια υγρά, κύριοι χυμοί