le.var
ləˈvar
ləˈvarverbo transitivo
1.
πηγαίνω, πάω
como castigo, levaram-no para uma cela
για τιμωρία, τον πήγαν σ' ένα κελί
ele leva-a a casa
αυτός την πάει στο σπίτι
todos os dias leva os filhos à escola
κάθε μέρα πηγαίνει τα παιδιά του στο σχολείο
2.
πηγαίνω, πάω, παίρνω μαζί μου
ele levou a namorada ao cinema
αυτός πήγε τη φίλη του στο σινεμά
levar o cão a dar uma volta
πάω το σκυλί μια βόλτα
levei os meus filhos ao jardim
πήγα τα παιδιά μου στο πάρκο
vou levar-vos a passear
θα σας πάω μια βόλτα
3.
παίρνω
contas levar o carro?
σκέφτεσαι να πάρεις το αμάξι σου;
foi levado à força
τον πήραν με το ζόρι
naquele fim de semana, levaram-me com eles
εκείνο το σαββατοκύριακο, με πήραν μαζί τους
4.
πηγαίνω, πάω, οδηγώ
levar ovelhas para o açougue
πάω πρόβατα στο σφαγείο
levei-o ao quarto, para que ele visse pelos seus próprios olhos que...
τον πήγα στο δωμάτιο, για να δει με τα ίδια του τα μάτια ότι...
levou o gado a beber
οδήγησε τα γελάδια για να πιουν
levou o visitante à presença do dono da casa
οδήγησε τον επισκέπτη ενώπιον του σπιτονοικοκύρη
5.
παίρνω, βαστώ
leva um guarda-chuva, que o tempo está enevoado
βάστα μια ομπρέλα, γιατί ο καιρός είναι για βροχή
levou consigo muito dinheiro
πήρε μαζί του πολλά λεφτά
não te esqueças de levar as chaves
μη ξεχάσεις να πάρεις τα κλειδιά
6.
κρατώ, βαστώ
levava a filha ao colo
κρατούσε την κόρη του στην αγκαλιά του
levava uma lanterna para alumiar o caminho
βαστούσε μια λάμπα για να φωτίζει το δρόμο
7.
πηγαίνω, πάω, κουβαλώ
levou a lenha para a arrecadação
πήγε τα καυσόξυλα στην αποθήκη
queres que te leve esse saco?
θέλεις να σου κουβαλήσω αυτή τη σακούλα;
8.
πηγαίνω, πάω, μεταφέρω
levar notícias (a alguém)
πηγαίνω νέα (σε κάποιον)
levar uma mensagem (a alguém)
πηγαίνω ένα μήνυμα (σε κάποιον)
o filme leva-nos a uma outra época
η ταινία μας μεταφέρει σε μια άλλη εποχή
9.
πηγαίνω, πάω, προσφέρω
levámos um ramo de flores para a nossa amiga
πήγαμε μια ανθοδέσμη στην φίλη μας
não levaste nada para o aniversariante?
δεν προσέφερες τίποτα στον εορταζόμενο;
10.
παίρνω, βγάζω
leva isso daqui, estorva
βγάλ' το αυτό από δω, εμποδίζει
leva os brinquedos para outro lado
πήγαινε αλλού τα παιχνίδια σου
levar dinheiro para o estrangeiro
βγάζω λεφτά στο εξωτερικό
11.
φέρνω
levei um dedo aos lábios, a pedir silêncio
έφερα ένα δάκτυλο στα χείλη μου, ζητώντας σιωπή
levou a mão ao bolso, à procura das chaves
έφερε το χέρι στην τσέπη, σε αναζήτηση των κλειδιών
levou os binóculos aos olhos
έφερε τα κυάλια στα μάτια
12.
πηγαίνω, πάω
levar a eletricidade a todo o país
πηγαίνω τον ηλεκτρισμό σ' όλη την χώρα
levar ajuda aos sinistrados
πηγαίνω βοηθεία στους πληγέντες
levar o cristianismo aos gentios
πηγαίνω τον χριστιανισμό στους εθνικούς
levar o progresso às zonas mais atrasadas
πηγαίνω την πρόοδο στις πιο καθυστερημένες περιοχές
levei o carro à garagem
πήγα το αμάξι στο συνεργείο
levou a mãe ao médico
πήγε τη μητέρα της στο γιατρό
levou o casaco à lavandaria
πήγε το σακάκι στο καθαριστήριο
13.
κρατώ
levava consigo as imagens daquela catástrofe
κρατούσε μέσα του τις εικόνες εκείνης της καταστροφής
14.
βάζω, φορώ
como não tenho outra saia lavada, levo a que trazia ontem
επειδή δεν έχω άλλη φούστα καθαρή, θα βάλω εκείνη που φορούσα χθες
ela levava um colar de pérolas
αυτή φορούσε ένα μαργαριταρένιο κολιέ
é melhor levares chapéu
καλύτερα να φορέσεις καπέλο
leva antes o casaco comprido, que está frio
καλύτερα να φορέσεις το παλτό, κάνει κρύο
não leves essa camisa, não fica bem com as calças
μην βάλεις αυτό το πουκάμισο, δεν ταιριάζει με το παντελόνι
15.
παίρνω, αγοράζω
foi ao supermercado, mas levou pouca coisa
πήγε στο σουπερμάρκετ, μα πήρε λίγα πράγματα
16.
παίρνω, κλέβω
os ladrões levaram-lhe as joias todas
οι κλέφτες της πήραν όλα τα κοσμήματα
17.
παίρνω, χρεώνω
levou-me 30 euros pelo arranjo
μου χρέωσε 30 ευρώ για την επισκευή
quanto é que ela leva pelas explicações?
πόσο παίρνει αυτή για τα μαθήματα;
18.
παίρνω, κρατώ, διαρκώ, απαιτώ
a construção do prédio levou dois anos
η οικοδόμηση της πολυκατοικίας κράτησε δύο χρόνια
a ereção da igreja levou vários anos
η ανέγερση της εκκλησίας πήρε κάμποσα χρόνια
a viagem leva muito tempo
το ταξίδι διαρκεί πολλή ώρα
19.
παίρνω, κάνω, χρειάζομαι
levou-lhe bastante tempo a acomodar a roupa na mala
της πήρε κάμποσο χρόνο να βολέψει τα ρούχα μέσα στη βαλίτσα
levou um quarto de hora a chegar
έκανε ένα τέταρτο της ώρας για να φτάσει
quanto tempo levaste na viagem?
πόσο χρόνο χρειάστηκες για το ταξίδι;
20.
περνώ
levaram a viagem toda a conversar
πέρασαν όλο το ταξίδι κουβεντιάζοντας
levas a vida a resmungar
περνάς το χρόνο σου γκρινιάζοντας
levas os dias a mandriar
περνάς τις μέρες σου τεμπελιάζοντας
levou horas a meditar na questão
πέρασε ώρες σκεφτόμενος το ζήτημα
21.
παίρνω, απαιτώ
tarefa que me levou muito esforço
εργασία που μου απαίτησε πολλούς κόπους
22.
παίρνω
o lanho teve de levar pontos
το κόψιμο χρειάστηκε να πάρει ράμματα
23.
πηγαίνω, θέτω
levar uma questão a votação
θέτω ένα ζήτημα σε ψηφοφορία
24.
τραβώ
ele levou a minha paciência ao extremo
αυτός τράβηξε την υπομονή μου μέχρι τα άκρα
estás a levar as coisas a um ponto sem regresso
τραβάς τα πράγματα σε σημείο χωρίς επιστροφή
levas sempre tudo para o exagero
τα τραβάς πάντα όλα μέχρι την υπερβολή
25.
οδηγώ
esta solução não leva a lado nenhum
αυτή η λύση δεν οδηγεί πουθενά
o facto levou à acentuação dos problemas existentes
το γεγονός οδήγησε στην όξυνση των υπάρχοντων προβλημάτων
26.
ωθώ, οδηγώ
a fuga de alguns presos levou a que o diretor se demitisse
η απόδραση μερικών κρατουμένων ώθησε σε παραίτηση τον διευθυντή
27.
ωθώ, κάνω
foi ele que nos levou a persistir
αυτός μας ώθησε να επιμείνουμε
isso leva-me a pensar que existem outras razões para...
αυτό με ωθεί να σκεφτώ ότι υπάρχουν και άλλοι λόγοι για...
nada leva a crer que...
τίποτα δεν μας κάνει να πιστεύουμε ότι...
28.
παίρνω, αφανίζω, εξαφανίζω
a água levou todos os vestígios
το νερό αφάνισε όλα τα ίχνη
a tempestade destruiu o barco, levando-lhe o ganha-pão
η καταιγίδα κατέστρεψε τη βάρκα, παίρνοντάς του τα μέσα συντήρησης
29.
παίρνω, θερίζω
aquele acidente levou-lhe dois familiares
εκείνο το ατύχημα θέρισε δύο συγγενείς του
o tempo levou-lhe todos os seus
ο χρόνος πήρε όλους τους δικούς του
só pedia a Deus que não a levasse enquanto os filhos precisassem dela
παρακαλούσε μονάχα το Θεό να μην την πάρει όσο τα παιδιά της την χρειάζονταν
30.
παίρνω, αντιμετωπίζω
é melhor levares as coisas com calma
καλύτερα να πάρεις τα πράγματα με ψυχραιμία
leva tudo a brincar
αντιμετωπίζει τα πάντα αστειευόμενος
31.
γελώ, εξαπατώ
levou-me com as suas mentiras
με γέλασε με τα ψέματά του
32.
παίρνω, αποσπώ
a mim, não me levas tu mais nada!
εμένα, δεν θα μου πάρεις τίποτε άλλο!
33.
παίρνω, χωρώ
a sala leva muita gente
η αίθουσα χωράει πολύ κόσμο
este garrafão leva 5 litros
αυτή η νταμιτζάνα χωράει 5 λίτρα
o estádio leva 50 000 pessoas
το στάδιο παίρνει 50 000 άτομα
34.
θέλω, χρειάζομαι
o bolo leva uma chávena de café de cacau
το κέικ θέλει ένα φλιτζάνι του καφέ κακάο
35.
έχω, περιέχω
doce que não leva conservantes
γλυκό που δεν έχει συντηρητικά
36.
παίρνω, περνιέμαι [με]
as paredes levaram duas demãos de tinta
οι τοίχοι πήραν δύο χέρια μπογιάς
esse móvel não levou verniz
αυτό το έπιπλο δεν περάστηκε με βερνίκι
37.
παίρνω, κερδίζω
quem levou o primeiro prémio?
ποιος πήρε το πρώτο βραβείο;
38.
παρουσιάζω, ανεβάζω
levar uma peça à cena
παρουσιάζω θεατρικό στη σκηνή
39.
πηγαίνω, πάω, οδηγώ, βγάζω
esta estrada leva-te ao sítio que tu queres
αυτός ο δρόμος θα σε πάει εκεί που θέλεις
40.
τρώω figurado
levar pancada
τρώω ξύλο
levar uma descompostura
τρώω μια κατσάδα
levou um chuto no rabo
έφαγε μια κλοτσιά στο πισινό
41.
τρώω figurado [com, -]
levou com a porta na cara
έφαγε την πόρτα στα μούτρα του
levou com as culpas todas
έφαγε όλο το φταίξιμο
levou com uma pedrada
έφαγε μια πετριά
levou com uma recusa
έφαγε μια άρνηση
verbo intransitivo
1.
τρώω ξύλο
ele farta-se de levar dos colegas
αυτός τρώει πολύ ξύλο από τους συμμαθητές του
2.
βγάζω [a, σε], καταλήγω [a, σε]
esta rua leva à estação
αυτός ο δρόμος βγάζει στο σταθμό
deixar-se levar
1.
αφήνομαι να παρασυρθώ
deixar-se levar por impulsos
αφήνομαι να παρασυρθώ από παρορμήσεις2.
γελιέμαι, εξαπατώμαι
deixou-se levar por um vigarista
εξαπατήθηκε από έναν απατεώνα levar a bem
παίρνω/δέχομαι θετικά
levar a exame
προτείνω προς εξέταση
levar à letra
παίρνω τοις μετρητοίς
levar (alguém) a bem
παίρνω με το καλό
levar (alguém) à certa
τυλίγω (κάποιον), εξαπατώ (κάποιον)
levar (alguém) pela mão
παίρνω (κάποιον) από το χέρι
levar (alguma coisa) a cabo/efeito
φέρνω (κάτι) σε πέρας, περατώνω (κάτι), αποτελειώνω (κάτι)
levou a cabo a sua missão
έφερε την αποστολή του σε πέρας levar a mal
1.
παρεξηγώ, παίρνω στραβά
2.
θίγομαι, κακοπαίρνω, μου κακοφαίνεται
levar a melhor
επικρατώ
levar a minha/tua/sua/etc. avante
περνάει το δικό μου/σου/του/κλπ., πετυχαίνω το σκοπό μου/σου/του/κλπ.
recorreu à persuasão para levar a sua avante
ανέτρεξε στην πειθώ για να πετύχει το σκοπό του levar a palma (a alguém)
ξεπερνώ/υπερνικώ (κάποιον)
levar a peito
δίνω μεγάλη σημασία
figurado levar a reboque
σέρνω μαζί μου
leva sempre a família toda a reboque
σέρνει πάντα μαζί του όλη την οικογένειά του levar a sério
παίρνω στα σοβαρά
ela leva tudo a sério
αυτή τα παίρνει όλα στα σοβαρά levar a sua conta
τις τρώω για τα καλά
levar boa vida
περνώ ζωή και κότα, περνώ ζωή χαρισάμενη
levar barato/caro
παίρνω φτηνά/ακριβά
levar coiro e cabelo
ακριβοπουλώ, παίρνω ακριβά
levar de assalto
κυριεύω με έφοδο
levar de vencida
νικώ, συντρίβω
levar em conta
λαμβάνω υπ' όψη μου
levar para trás
τρώω χυλόπιτα
levar por diante
προχωρώ, συνεχίζω
levar por diante um projeto
προχωρώ ένα σχέδιο levar por tabela
υφίσταται τις συνέπειες (για κάτι που δεν φταίω)
ele fez mal as coisas, mas quem levou por tabela fui eu
αυτός τα έκανε όλα λάθος, μα εγώ υπέστην τις συνέπειες levar que contar
έχω πολλά να διηγηθώ
levar-se do diabo
γίνομαι έξω φρενών
levar tempo
1.
αργώ
a poeira levou tempo a assentar
η σκόνη άργησε να καθίσει2.
παίρνω/θέλω αρκετή ώρα
isso é um trabalho que leva tempo
αυτή είναι μια δουλειά που θέλει αρκετή ώρα figurado, coloquial levar uma abada/na pá/pancada/um baile
υφίσταμαι βαριά ήττα, διαλύομαι
levar uma vida agradável
διάγω ευχάριστη ζωή
levar para tabaco
τρώω ένα χέρι ξύλο
pessoa de levar e trazer
άνθρωπος μαρτυριάρης
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIESlevar ao bancoelξύλωμα και επισκευή των βαρελιών
- electronics and electrical engineering / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / chemical compound / life scienceslevar a fervuraelφέρω για βράσιμο
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
levar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/levar [visualizado em 2026-07-20 17:45:01].
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIESlevar ao bancoelξύλωμα και επισκευή των βαρελιών
- electronics and electrical engineering / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / chemical compound / life scienceslevar a fervuraelφέρω για βράσιμο
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
levar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/levar [visualizado em 2026-07-20 17:45:01].