livrar

li.vrar
liˈvrar
verbo transitivo
1.
ελευθερώνω [de, από], απελευθερώνω [de, από]
livrar um povo da opressão estrangeira
απελευθερώνω ένα λαό από την ξένη καταπίεση
2.
ελευθερώνω [de, από], απαλλάσσω [de, από]
livrou o amigo das cordas que o prendiam
ελευθέρωσε τον φίλο του από τα σχοινιά που τον έδεναν
3.
απαλλάσσω [de, από], ελευθερώνω [de, από], εξαιρώ [de, από]
livrar (alguém) do pagamento de juros
απαλλάσσω (κάποιον) από την πληρωμή τόκων
4.
γλυτώνω [de, από], απαλλάσσω [de, από]
livrar (alguém) de apuros
απαλλάσσω (κάποιον) από μπελάδες
livrar (alguém) dum perigo
γλυτώνω (κάποιον) από έναν κίνδυνο
livrou-nos de muitos aborrecimentos
μας γλύτωσε από πολλά προβλήματα
vou livrar-vos da minha presença
θα σας γλυτώσω από την παρουσία μου
5.
απαλλάσσω [de, από]
não consegui livrar-nos daquele pedinchão
δεν κατάφερα να μας απαλλάσσω από εκείνο το ζήτουλα
Deus me/te/etc. livre!
Θεός φυλάξοι!
Porto Editora – livrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-22 08:04:53]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
anidrido sulfuroso livre / sulfuroso livre
ελεύθερος θειώδης ανυδρίτης
ATIVIDADE POLÍTICA
Senador, Autoridade para as Escolas, a Juventude e a Formação Profissional, Cidade Hanseática Livre de Hamburgo
Γερουσιαστής, Αρμόδια για την Σχολική Εκπαίδευση, τη Νεολαία και την Επαγγελματική Κατάρτιση, Ελεύθερη Χανσεατική Πόλη του Αμβούργου
Senador da Educação e das Ciências, Cidade Hanseática Livre de Brema
Γερουσιαστής Παιδείας και Επιστημών, Ελεύθερη Χανσεατική Πόλη της Βρέμης
União Popular - Aliança Livre Europeia (Flamengo)
Λαϊκή ΄Ενωση - Ελεύθερη Ευρωπαϊκή Συμμαχία
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
Aliança Livre Europeia
Ελεύθερη Ευρωπαϊκή Συμμαχία
VER +