re.ne.gar
ʀənəˈɡar
ʀənəˈɡarverbo transitivo
1.
απαρνούμαι, αποκηρύσσω
nunca renegou os seus ideais políticos
δεν απαρνήθηκε ποτέ τα πολιτικά ιδεώδη του
renegar uma crença
απαρνούμαι μια πίστη
2.
απαρνούμαι, αποποιούμαι
renegar as suas raízes
απαρνούμαι τις ρίζες μου
3.
αποστρέφομαι, απεχθάνομαι
renego qualquer forma de repressão
αποστρέφομαι οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης
4.
προδίδω
agiu sempre segundo os seus princípios, nunca os renegou
ενήργησε πάντα σύμφωνα με τις αρχές του, ποτέ δεν τις πρόδωσε
é um reles desertor, que renegou a pátria
είναι ένας απεχθής λιποτάκτης, που πρόδωσε την πατρίδα του
5.
αρνούμαι, αντικρούω
renegou todas as acusações que lhe fizeram
αρνήθηκε κάθε κατηγορία που του προσήπταν
6.
αρνούμαι
não seria sensato renegar o seu apoio
δεν θα ήταν συνετό να αρνηθώ τη στήριξή του
7.
παραιτούμαι [de, από]
a vida obrigou-o a renegar de todo o seu idealismo
η ζωή τον υποχρέωσε να παραιτηθεί από όλο τον ιδεαλισμό του
nada me fará renegar da minha dignidade
τίποτα δεν θα με κάνει να παραιτηθώ από την αξιοπρέπειά μου
renegar Deus
απαρνούμαι το Θεό
Partilhar
Como referenciar 
renegar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/renegar [visualizado em 2026-06-06 03:41:28].