ajustar

a.jus.tar
ɐʒuʃˈtar
verbo transitivo
1.
ρυθμίζω
ajustar o comprimento (de algo)
ρυθμίζω το μήκος (σε κάτι)
ajustar um mecanismo
ρυθμίζω ένα μηχανισμό
2.
εφαρμόζω, θηλυκώνω
ajustar duas peças
θηλυκώνω δύο εξαρτήματα
3.
στενεύω
ajustar uma saia na cintura
στενεύω μια φούστα στη μέση
4.
προσαρμόζω [a, σε]
ajustar uma atitude às circunstâncias
προσαρμόζω ένα φέρσιμο στις περιστάσεις
ajustou o discurso ao público que tinha
προσάρμοσε το λόγο του στο κοινό του
5.
κανονίζω
ainda não ajustámos todos os pormenores do negócio
ακόμα δεν κανονίσαμε όλες τις λεπτομέρειες της δουλειάς
ajustaram o preço de venda
κανόνισαν την τιμή πώλησης
6.
τακτοποιώ
estiveram a ajustar contas
κάθισαν και τακτοποίησαν τους λογαριασμούς τους
7.
ρυθμίζω, διευθετώ
ajustar uma contenda
διευθετώ μια διαφορά
ajustar um assunto pendente
διευθετώ μια εκκρεμότητα
8.
μισθώνω, προσλαμβάνω
ajustar (alguém) à empreitada
προσλαμβάνω (κάποιον) κατ' αποκοπήν
ajustou eletricista para a obra
μίσθωσε ηλεκτρολόγο για την οικοδομή
quer ajustar um pintor
θέλει να προσλάβει έναν μπογιατζή
figurado ajustar contas
λύνω τις διαφορές μου
Porto Editora – ajustar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 10:49:20]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
preço de intervenção derivado sazonalmente ajustado
η κατά εποχή παράγωγη τιμή παρεμβάσεως
preço de base sazonalmente ajustado
κατα εποχή καθοριζόμενη τιμή βάσεως
ATIVIDADE POLÍTICA
contrato por ajuste direto
σύμβαση με απευθείας συμφωνία
contratos adjudicados por ajuste direto / contratos atribuídos por ajuste direto / contratos por ajuste direto
συμβάσεις με απευθείας συμφωνία
celebração de contratos por ajuste direto
σύναψη συμβάσεων με απευθείας συμφωνία
ATIVIDADE POLÍTICA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
tubo de ajuste / tubo telescópico
τηλεσκοπικός σωλήνας ρύθμισης
VER +