concertar

con.cer.tar
kõsərˈtar
verbo transitivo
1.
συμφωνώ
concertámos o montante a pagar
συμφωνήσαμε το πληρωτέο ποσό
concertou comigo as alterações a fazer ao projeto
συμφώνησε μαζί μου ποιες τροποποιήσεις να γίνουν στο σχέδιο
2.
συμφιλιώνω, εναρμονίζω
concertar objetivos divergentes
συμφιλιώνω διιστάμενους σκοπούς
esforçou-se por concertar a vontade de todos
πάσχισε να συμφιλιώσει τη βούληση όλων
o bem da nação concertou fações políticas antagónicas
το καλό του έθνους συμφιλίωσε αντίθετες πολιτικές παρατάξεις
tentar concertar partes antagónicas
προσπαθώ να συμφιλιώσω τα αντίθετα μέρη
3.
εναρμονίζω
concertar sons musicais
εναρμονίζω μουσικούς ήχους
verbo intransitivo
συμφωνώ
concertámos que faríamos o possível por...
συμφωνήσαμε ότι θα κάναμε ό,τι ήταν δυνατό για...
concertaram viajar juntos
συμφώνησαν να ταξιδέψουν μαζί
Porto Editora – concertar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 20:46:25]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
MEIO AMBIENTE, ORGANIZAÇÕES INTERNACIONAIS
Programa concertado de vigilância contínua e avaliação do transporte a longa distância dos poluentes atmosféricos na Europa / vigilância contínua e avaliação do transporte a longa distância dos poluentes atmosféricos na Europa
παρακολούθηση και αξιολόγηση της μεταφοράς ατμοσφαιρικών ρύπων σε μεγάλες αποστάσεις στην Ευρώπη, συνεχής παρακολούθηση και εκτίμηση της μεταφοράς των ατμοσφαιρικών ρύπων σε μεγάλη απόσταση στην Ευρώπη
QUESTÕES SOCIAIS
bilhete de concerto
εισιτήριο συναυλιών
piano de cauda inteira / piano de concerto
πιάνο κοντσέρτου, πιάνο με μεγάλη ουρά
concerto na água
συναυλία στο νερό