conformar

con.for.mar
kõfurˈmar
verbo transitivo
1.
διαπλάσσω, διαμορφώνω
conformar a consciência dum discípulo
διαπλάσσω τη συνείδηση ενός μαθητή
os fenómenos geológicos que conformaram uma região
τα γεωλογικά φαινόμενα που διαμόρφωσαν μια περιοχή
2.
προσαρμόζω [a/com, σε]
foi conformando as suas opiniões às do marido
σιγά-σιγά, προσάρμοσε τις απόψεις της σ' αυτές του άντρα της
não pôde conformar os seus hábitos com a vida de casada
δεν μπόρεσε να προσαρμόσει τις συνήθειές της στη συζυγική ζωή
Porto Editora – conformar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-26 00:27:58]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
calibragem conforme o peso
ταξινόμηση κατά βάρος
calibragem conforme o diâmetro
ταξινόμηση σύμφωνα με τη διάμετρο
calibragem conforme o perímetro
ταξινόμηση σύμφωνα με την περίμετρο
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
classificação do terreno conforme aptidão agrícola
κλάσεις ικανότητος χρήσεως γαιών
ATIVIDADE POLÍTICA
propostas regulares, conformes e comparáveis
κανονικές,σύμφωνες με τις προδιαγραφές και συγκρίσιμες προσφορές
harmonizar os acordos intergovernamentais com / tornar os acordos intergovernamentais conformes com
συμμόρφωση των διακυβερνητικών συμφωνιών
Esta designação não prejudica as posições relativas ao estatuto e está conforme com a Resolução 1244 (1999) do CSNU e com o parecer do TIJ sobre a declaração de independência do Kosovo.
Η ονομασία αυτή χρησιμοποιείται με επιφύλαξη των θέσεων ως προς το καθεστώς και συνάδει με την απόφαση 1244 (1999) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και τη γνώμη του Διεθνούς Δικαστηρίου σχετικά με τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου
VER +