falhar

fa.lhar
fɐˈʎar
verbo transitivo
1.
ψεγαδιάζω
vê lá se não falhas o serviço de chá
πρόσεξε μην ψεγαδιάσεις το σερβίτσιο τσαγιού
2.
ραγίζω
a machadada não foi forte, e só falhou o toro
η τσεκουριά δεν ήταν δυνατή, και απλώς ράγισε το κούτσουρο
3.
δεν πετυχαίνω
o tiro falhou o alvo
ο πυροβολισμός δεν πέτυχε το στόχο
verbo intransitivo
1.
λείπω
agradeço-te muito, pois o teu apoio não me falhou
σ' ευχαριστώ πολύ, διότι η στήριξή σου δεν μου έλειψε
não lhe falharam os estímulos
δεν του έλειψαν οι προτροπές
2.
αποτυγχάνω
a dinamitação da ponte falhou
η ανατίναξη της γέφυρας απέτυχε
as previsões dele falharam
οι προβλέψεις του απέτυχαν
os planos falharam
τα σχέδια απέτυχαν
uma experiência que falhou
ένα πείραμα που απέτυχε
3.
χαλάω, τα φτύνω
os travões falharam na descida
τα φρένα τα 'φτυσαν στην κατηφόρα
4.
παθαίνω διακοπή
a água/luz falhou
το νερό/φως έπαθε διακοπή
5.
απουσιάζω [a, από]
raramente falha a um jogo da sua equipa de futebol
σπάνια απουσιάζει από ένα παιχνίδι της ομάδας του
6.
αθετώ [a, -]
falhar aos compromissos assumidos
αθετώ τις ανειλημμένες δεσμεύσεις μου
se a memória não me falha
αν δεν με απατά η μνήμη μου
Porto Editora – falhar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 13:48:30]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
Estado em desagregação / Estado em vias de falhar
κράτος υπό διάλυση
Estado falhado
αποσαθρωμένο κράτος, διαλυμένο κράτος
princípio de funcionamento à prova de falhas
σύστημα θετικής σφάλειας
CIÊNCIAS
tempo médio sem falhas
μέσος χρόνος έως το σφάλμα
falha sísmica
σεισμικά ενεργό ρήγμα
falha de Santo André
ρήγμα του Αγίου Ανδρέα
ECONOMIA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
tempo médio observado para falhar
παρατηρούμενη μέση διάρκεια πριν από τη βλάβη
tempo médio estimado para falhar
βεβαιούμενη μέση διάρκεια πριν από τη βλάβη
tempo médio extrapolado para falhar
μέση διάρκεια πριν από τη βλάβη με προεκβολή
VER +