modificar

mo.di.fi.car
mudifiˈkar
verbo transitivo
1.
αλλάζω, μεταβάλλω
a paternidade modificou-o radicalmente
η πατρότητα τον άλλαξε ριζικά
modificou totalmente a sua opinião quanto ao assunto
άλλαξε εντελώς τη γνώμη του για το θέμα
os desgostos modificaram-lhe o feitio
τα βάσανα μετέβαλαν τον χαρακτήρα της
2.
αλλάζω, μετατρέπω
as cheias modificaram o aspeto da planície
οι πλημμύρες άλλαξαν την όψη της πεδιάδας
modificou a sala, transformando-a em escritório
άλλαξε το σαλόνι, μετατρέποντάς το σε γραφείο
3.
αλλάζω, τροποποιώ
achas que devemos modificar esta cláusula?
νομίζεις ότι πρέπει να αλλάξουμε αυτό τον όρο;
foi preciso modificar de novo o programa das aulas
χρειάστηκε να αλλάξουμε πάλι το πρόγραμμα των μαθημάτων
modificar a composição do governo
τροποποιώ τη σύνθεση της κυβέρνησης
modificar um regulamento
αλλάζω έναν κανονισμό
4.
προσδιορίζω
adjetivo que modifica um nome
επίθετο που προσδιορίζει ένα όνομα
VER +
ANTÓNIMOS
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
ANAGRAMAS
Porto Editora – modificar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 17:06:18]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
método polarimétrico de Ewers modificado
τροποποιημένη πολωσιμετρική μέθοδος Ewers
forra do tipo polaco modificado
τροποποιημένου πολωνικού τύπου προστατευτικό φύλλο δικτύου
AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
amido modificado
τροποποιημένο άμυλο
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, MEIO AMBIENTE
Protocolo que modifica o Acordo Europeu sobre a Limitação do Emprego de certos Detergentes nos Produtos de Lavagem e de Limpeza
Πρωτόκολλο που τροποποιεί τη Συμφωνία σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων απορρυπαντικών που περιέχονται στα προϊόντα πλύσης και καθαρισμού
VER +