Natal WOOK
mo.di.fi.car mudifiˈkar
verbo transitivo
1.
αλλάζω, μεταβάλλω
a paternidade modificou-o radicalmente
η πατρότητα τον άλλαξε ριζικά
modificou totalmente a sua opinião quanto ao assunto
άλλαξε εντελώς τη γνώμη του για το θέμα
os desgostos modificaram-lhe o feitio
τα βάσανα μετέβαλαν τον χαρακτήρα της
2.
αλλάζω, μετατρέπω
as cheias modificaram o aspeto da planície
οι πλημμύρες άλλαξαν την όψη της πεδιάδας
modificou a sala, transformando-a em escritório
άλλαξε το σαλόνι, μετατρέποντάς το σε γραφείο
3.
αλλάζω, τροποποιώ
achas que devemos modificar esta cláusula?
νομίζεις ότι πρέπει να αλλάξουμε αυτό τον όρο;
foi preciso modificar de novo o programa das aulas
χρειάστηκε να αλλάξουμε πάλι το πρόγραμμα των μαθημάτων
modificar a composição do governo
τροποποιώ τη σύνθεση της κυβέρνησης
modificar um regulamento
αλλάζω έναν κανονισμό
4.
προσδιορίζω
adjetivo que modifica um nome
επίθετο που προσδιορίζει ένα όνομα

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    método polarimétrico de Ewers modificado
    τροποποιημένη πολωσιμετρική μέθοδος Ewers
    forra do tipo polaco modificado
    τροποποιημένου πολωνικού τύπου προστατευτικό φύλλο δικτύου
  • AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
    amido modificado
    τροποποιημένο άμυλο
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, MEIO AMBIENTE
    Protocolo que modifica o Acordo Europeu sobre a Limitação do Emprego de certos Detergentes nos Produtos de Lavagem e de Limpeza
    Πρωτόκολλο που τροποποιεί τη Συμφωνία σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων απορρυπαντικών που περιέχονται στα προϊόντα πλύσης και καθαρισμού
  • ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES
    Protocolo que modifica a Convenção para a Unificação de certas Normas relativas ao Transporte Aéreo Internacional, assinada em Varsóvia em 12 de outubro de 1929, modificada pelo Protocolo assinado na Haia em 28 de setembro de 1955.
    Πρωτόκολλο που τροποποιεί τη Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικών με τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές που υπογράφτηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβτίου 1929 και τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο που έγινε στη Χάγη στις 28 Σεπτεμβρίου 1955
    Protocolo Adicional n.º 1 que modifica a Convenção para Unificação de certas Regras Relativas ao Transporte Aéreo Internacional, assinada em Varsóvia em 12 de outubro de 1929
    Πρόσθετο Πρωτόκολλο αριθ. 1 που τροποποιεί τη Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικών με τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές που υπογράφτηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβρίου 1929
  • CIÊNCIAS
    microrganismo geneticamente modificado
    γενετικώς τροποποιημένος μικροοργανισμός, διαγονιδιακά ζώα
    loesse modificado
    ηλλοιωμένον Loess
  • CIÊNCIAS, AGROALIMENTAR
    entidade molecular utilizada como alimento modificado
    τροποποιημένο τροφικό μόριο
  • CIÊNCIAS, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO, INDÚSTRIA
    organismo geneticamente modificado
    γενετικά τροποποιημένος οργανισμός
  • DIREITO
    publicação de um pedido modificado
    δημοσίευση τροποποιημένης αίτησης
  • ECONOMIA
    produto modificado
    τροποποιημένο προϊόν
  • ECONOMIA, CIÊNCIAS
    quadrado latino modificado
    τροποποιημένο λατινικό τετράγωνο
    rácio de von Neumann modificado
    τροποποιημένος λόγος von Neumann
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    modificar o tamanho de máscara
    τροποποιώ το μέγεθος της μάσκας
    endereço indexado / endereço modificado
    Τροποποιημένη διεύθυνση, διεύθυνση δεικτοδοτημένη
  • INDÚSTRIA
    óleo modificado
    τροποποιημένο λάδι
    breu modificado por insuflação de ar
    πισσάσφαλτος τροποποιημένη με εμφύσηση αέρα
  • INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS, CIÊNCIAS, MEIO AMBIENTE, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    organismo vivo modificado destinado ao uso directo na alimentação humana ou animal ou à transformação
    ζων τροποποιημένος οργανισμός προοριζόμενος για άμεση χρήση ως τρόφιμο ή ζωοτροφή ή για περαιτέρω επεξεργασία
  • PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO, INDÚSTRIA
    canal de Parshall modificado
    τροποποιημένος μετρητής Parshall
  • QUESTÕES SOCIAIS, CIÊNCIAS
    geneticamente modificado
    γενετικώς τροποποιημένος
  • UNIÃO EUROPEIA
    a Comissão pode modificar a sua proposta inicial
    η Eπιτροπή δύναται να τροποποιήσει την αρχική της πρόταση
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    que o Estado em causa deve modificar ou suprimir essas medidas
    ότι το εν λόγω Kράτος υποχρεούται να τροποποιήσει ή καταργήσει τα μέτρα αυτά
    o Estado em causa deve modificar, suspender ou suprimir as medidas de proteção acima referidas
    το εν λόγω Kράτος οφείλει να τροποποιήσει,αναστείλει ή καταργήσει τα ανωτέρω μέτρα διασφαλίσεως
Download IATE, European Union, 2018
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – modificar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-12-01 10:07:27]. Disponível em
antónimos
veja também
anagramas
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    método polarimétrico de Ewers modificado
    τροποποιημένη πολωσιμετρική μέθοδος Ewers
    forra do tipo polaco modificado
    τροποποιημένου πολωνικού τύπου προστατευτικό φύλλο δικτύου
  • AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
    amido modificado
    τροποποιημένο άμυλο
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, MEIO AMBIENTE
    Protocolo que modifica o Acordo Europeu sobre a Limitação do Emprego de certos Detergentes nos Produtos de Lavagem e de Limpeza
    Πρωτόκολλο που τροποποιεί τη Συμφωνία σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων απορρυπαντικών που περιέχονται στα προϊόντα πλύσης και καθαρισμού
  • ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES
    Protocolo que modifica a Convenção para a Unificação de certas Normas relativas ao Transporte Aéreo Internacional, assinada em Varsóvia em 12 de outubro de 1929, modificada pelo Protocolo assinado na Haia em 28 de setembro de 1955.
    Πρωτόκολλο που τροποποιεί τη Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικών με τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές που υπογράφτηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβτίου 1929 και τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο που έγινε στη Χάγη στις 28 Σεπτεμβρίου 1955
    Protocolo Adicional n.º 1 que modifica a Convenção para Unificação de certas Regras Relativas ao Transporte Aéreo Internacional, assinada em Varsóvia em 12 de outubro de 1929
    Πρόσθετο Πρωτόκολλο αριθ. 1 που τροποποιεί τη Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικών με τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές που υπογράφτηκε στη Βαρσοβία στις 12 Οκτωβρίου 1929
  • CIÊNCIAS
    microrganismo geneticamente modificado
    γενετικώς τροποποιημένος μικροοργανισμός, διαγονιδιακά ζώα
    loesse modificado
    ηλλοιωμένον Loess
  • CIÊNCIAS, AGROALIMENTAR
    entidade molecular utilizada como alimento modificado
    τροποποιημένο τροφικό μόριο
  • CIÊNCIAS, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO, INDÚSTRIA
    organismo geneticamente modificado
    γενετικά τροποποιημένος οργανισμός
  • DIREITO
    publicação de um pedido modificado
    δημοσίευση τροποποιημένης αίτησης
  • ECONOMIA
    produto modificado
    τροποποιημένο προϊόν
  • ECONOMIA, CIÊNCIAS
    quadrado latino modificado
    τροποποιημένο λατινικό τετράγωνο
    rácio de von Neumann modificado
    τροποποιημένος λόγος von Neumann
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    modificar o tamanho de máscara
    τροποποιώ το μέγεθος της μάσκας
    endereço indexado / endereço modificado
    Τροποποιημένη διεύθυνση, διεύθυνση δεικτοδοτημένη
  • INDÚSTRIA
    óleo modificado
    τροποποιημένο λάδι
    breu modificado por insuflação de ar
    πισσάσφαλτος τροποποιημένη με εμφύσηση αέρα
  • INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS, CIÊNCIAS, MEIO AMBIENTE, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    organismo vivo modificado destinado ao uso directo na alimentação humana ou animal ou à transformação
    ζων τροποποιημένος οργανισμός προοριζόμενος για άμεση χρήση ως τρόφιμο ή ζωοτροφή ή για περαιτέρω επεξεργασία
  • PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO, INDÚSTRIA
    canal de Parshall modificado
    τροποποιημένος μετρητής Parshall
  • QUESTÕES SOCIAIS, CIÊNCIAS
    geneticamente modificado
    γενετικώς τροποποιημένος
  • UNIÃO EUROPEIA
    a Comissão pode modificar a sua proposta inicial
    η Eπιτροπή δύναται να τροποποιήσει την αρχική της πρόταση
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    que o Estado em causa deve modificar ou suprimir essas medidas
    ότι το εν λόγω Kράτος υποχρεούται να τροποποιήσει ή καταργήσει τα μέτρα αυτά
    o Estado em causa deve modificar, suspender ou suprimir as medidas de proteção acima referidas
    το εν λόγω Kράτος οφείλει να τροποποιήσει,αναστείλει ή καταργήσει τα ανωτέρω μέτρα διασφαλίσεως
Download IATE, European Union, 2018
Artigos
ver+
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – modificar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-12-01 10:07:27]. Disponível em
Campanha Solidária de Natal