negar

ne.gar
nəˈɡar
verbo transitivo
1.
αρνούμαι
nega que a culpa do sucedido seja sua
αρνείται ότι η υπαιτιότητα όσων έγιναν είναι δική του
negar assistência (a alguém)
αρνούμαι αρωγή (σε κάποιον)
negas esse facto?
αρνείσαι αυτό το γεγονός;
nego ter alguma coisa a ver com a questão
αρνούμαι ότι έχω οποιαδήποτε σχέση με το ζήτημα
ninguém lhe nega competência
κανείς δεν αρνείται ότι έχει ικανότητα
2.
αρνούμαι, δεν παραδέχομαι
nega um facto óbvio
δεν παραδέχεται ένα ολοφάνερο γεγονός
negar a existência de vida extraterrestre
αρνούμαι την ύπαρξη εξωγήινης ζωής
3.
απορρίπτω
negar responsabilidades
απορρίπτω ευθύνες
negar um pedido
απορρίπτω ένα αίτημα
4.
αποποιούμαι, δεν παραδέχομαι
apesar dos interrogatórios, negou sempre o crime
παρά τις ανακρίσεις, δεν παραδέχτηκε ποτέ το έγκλημα
nega o delito que lhe é apontado
αποποιείται το παράπτωμα που του αποδίδεται
nunca nega os próprios erros
ποτέ δεν αποποιείται τα δικά του λάθη
5.
αποκηρύσσω, αποποιούμαι
não chegou ao ponto de negar as suas ideias
δεν έφτασε στο σημείο να αποκηρύξει τις ιδέες του
verbo intransitivo
το αρνούμαι, λέω όχι
estás implicado na falcatrua, não negues
είσαι μπλεγμένος στην απατεωνιά, μην το αρνείσαι
ANAGRAMAS
Porto Editora – negar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-22 09:26:34]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
é negado provimento ao recurso quanto ao restante
το Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά
QUESTÕES SOCIAIS
negar assistência médica / recusa de prestar assistência médica
άρνησις θεραπείας, δικαίωμα του ιατρού ή του ασθενούς να αρνηθεί την ιατρικ ή θεραπεία
TRANSPORTES
bater até à nega
κρούσεις μέχρις αρνήσεως