pequeno

pequena
pe.que.no
pəˈkenu
adjetivo
1.
μικρός
a parte que me calha é pequena
το μερίδιο που μου πέφτει είναι μικρό
essa caixa é demasiado pequena
αυτό το κουτί είναι πολύ μικρό
fiz uma pequena quantidade de arroz
έφτιαξα μια μικρή ποσότητα ρυζιού
nasceu num lugar muito pequeno
γεννήθηκε σ' ένα πολύ μικρό μέρος
o micrólito é um cristal muito pequeno
ο μικρόλιθος είναι ένα πολύ μικρό κρύσταλλο
tem uma pequena empresa
έχει μια μικρή επιχείρηση
2.
μικρός, νεαρός
quando eu era pequena, costumava...
όταν ήμουν μικρή, συνήθιζα να...
3.
μικρός, κοντός
de pequena estatura
με μικρό ανάστημα
ela é bastante pequena
αυτή είναι αρκετά κοντή
4.
μικρός, σύντομος, βραχύς literário
a fala dele foi pequena
η ομιλία του ήταν μικρή
a projeção de um pequeno documentário
η προβολή ένος σύντομου ντοκιμαντέρ
no inverno, os dias são pequenos
το χειμώνα, οι μέρες είναι σύντομες
no Natal, costuma tirar umas pequenas férias
τα Χριστούγεννα, συνήθως κάνει σύντομες διακοπές
percorrer uma distância pequena
διανύω μικρή απόσταση
5.
μικρός, χαμηλός
ir a pequena velocidade
πηγαίνω με χαμηλή ταχύτητα
produtos de pequena qualidade
προϊόντα χαμηλής ποιότητας
tem um salário muito pequeno
έχει πολύ μικρό μισθό
6.
μικρός, στενόχωρος
moram num pequeno apartamento
μένουν σ' ένα μικρό διαμέρισμα
7.
μικρός, ασήμαντος
é apenas uma pequena lembrança
είναι μόνο ένα ασήμαντο ενθύμιο
um pequeno erro, perfeitamente negligenciável
ένα μικρό λάθος, τελείως αμελητέο
8.
μικρός, ευτελής
um ato mesquinho, próprio de uma alma pequena
μια χαμερπής πράξη, που ταιριάζει σε μια μικρή ψυχή
nome masculino, feminino
1.
μικρός, [m.] γιος, [f.] κόρη
fui pôr a pequena ao jardim-escola
πήγα τη μικρή στο παιδικό σταθμό
2.
πιτσιρίκι neutro , παιδί neutro , [m.] αγοράκι neutro , [f.] κοριτσάκι neutro
este pequeno é muito irrequieto!
αυτό το πιτσιρίκι είναι πολύ αεικίνητο!
nome feminino
1.
κοπέλα, κοπελιά
então a pequena já namora?
ώστε λοιπόν η κοπέλα έχει κιόλας πιάσει φίλο;
2.
φίλη, κορίτσι neutro , φιλενάδα
o rapaz todos os dias fala com a pequena
ο νεαρός μιλάει κάθε μέρα με το κορίτσι του
nome masculino plural
1.
παιδιά neutro
deixaram os pequenos nos avós, para irem ao cinema
άφησαν τα παιδιά στους παππούδες, για να πάνε σινεμά
2.
μικροί, παιδιά neutro , πιτσιρίκια neutro
os pequenos e os crescidos
τα παιδιά και οι μεγάλοι
em pequeno
όταν ήταν μικρός
pequenas coisas
μικροπράγματα
Porto Editora – pequeno no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-16 10:26:02]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pequeno tronco
τεμάχιο κορμού
auxílio destinado à promoção da criação de animais de pequeno porte
ενίσχυση προοριζόμενη για την προώθηση των μικρών εκτροφείων
pepino pequeno
αγγουράκι
ATIVIDADE POLÍTICA
armas ligeiras e de pequeno calibre
φορητά όπλα και ελαφρός οπλισμός, φορητά όπλα και ελαφρύς οπλισμός
arma de pequeno calibre
φορητό όπλο
Centro Regional de Intercâmbio de Informações da Europa do Sudeste e Oriental para o Controlo de Armas Ligeiras e de Pequeno Calibre
Περιφερειακή Υπηρεσία Διεκπεραίωσης της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης για τη μείωση των φορητών όπλων
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS, TRANSPORTES
pequeno tráfego fronteiriço / tráfego fronteiriço de pequena escala
παραμεθόρια κυκλοφορία
VER +