Academia Virtual - O Poder da Voz

Palavra em destaque

con.ce.der kõsəˈder
verbo transitivo
1.
παραχωρώ
conceda-me uma oportunidade de provar que...
παραχωρήστε μου την ευκαιρία να αποδείξω ότι...
conceda-me um pouco do seu tempo
παραχωρήστε μου λίγο από τον χρόνο σας
conceder uma honra (a alguém)
παραχωρώ μια τιμή (σε κάποιον)
conceder uma prerrogativa
παραχωρώ ένα προνόμιο
conceder um desconto
παραχωρώ μια έκπτωση
conceder um diploma/título (a alguém)
παραχωρώ ένα δίπλωμα/τίτλο (σε κάποιον)
conceder um empréstimo
παραχωρώ ένα δάνειο
foram-lhe concedidos luxuosos aposentos
του παραχωρήθηκαν πολυτελή καταλύματα
não me concedeu a mínima atenção
δεν μου παραχώρησε την ελάχιστη προσοχή
nem um só olhar condescendeu conceder-me
ούτε ένα βλέμμα δεν καταδέχτηκε να μου παραχωρήσει
o rei concedeu-lhe uma audiência
ο βασιλιάς του παραχώρησε μια ακρόαση
2.
παρέχω
conceder asilo (a alguém)
παρέχω άσυλο (σε κάποιον)
conceder uma pensão de reforma
παρέχω μια σύνταξη
3.
ενδίδω [σε]
conceder um pedido/desejo (a alguém)
ενδίδω σε παράκληση/επιθυμία (κάποιου)
4.
figurado παραδέχομαι
concedo-lhe que fui algo injusto
παραδέχομαι ότι ήμουν κάπως άδικος
conceder empréstimo
δανειοδοτώ

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, EMPREGO E TRABALHO
    Convenção relativa aos Representantes dos Trabalhadores, 1971 / Convenção relativa à Proteção e Facilidades a conceder aos Representantes dos Trabalhadores na Empresa
    Σύμβαση για την προστασία των αντιπροσώπων των εργαζομένων στην επιχείρηση και τις διευκολύνσεις που θα πρέπει να τους παρέχονται
  • CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
    conceder assistência
    λαμβάνω προνοιακά μέτρα, παρέχω βοήθεια, συνδράμω
  • DIREITO
    conceder reciprocidade de tratamento
    παρέχω αμοιβαία μεταχείριση
    conceder uma sublicença
    παραχωρώ περαιτέρω άδεια εκμετάλλευσης
  • ECONOMIA
    contrair ou conceder empréstimos nos mercados de capitais
    οργανισμοί,δανειζόμενοι ή πιστωτές στις χρηματαγορές
  • ECONOMIA, FINANÇAS
    empréstimo concedido em garantia
    δάνειο που δίδεται ως εγγύηση
  • EMPRESAS E CONCORRÊNCIA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
    saber-fazer concedido / saber-fazer licenciado
    παραχωρούμενη τεχνογνωσία
  • FINANÇAS
    conceder uma prestação
    καταβάλλω παροχή
    entidade mutuante / mutuante / organismo que concede o empréstimo
    δανειοδοτικός οργανισμός, δανειοδότης
  • INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
    conceder a dispensa de apresentação-mercadorias
    απαλλάσσω από την υποχρέωση προσκόμισης των εμπορευμάτων
    conceder prioridade às encomendas
    δίνω προτεραιότητα στις παραγγελίες
  • INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS, CIÊNCIAS
    compromisso concedido
    δοθείσα ανάληψη υποχρέωσης
  • QUESTÕES SOCIAIS
    abono por crianças de tenra idade, concedido até à idade de três meses
    επίδομα βρέφους χορηγούμενο μέχρι ηλικίας τριών μηνών
  • TRANSPORTES
    período concedido
    περίοδος εκχώρησης
    auxílio estatal concedido aos armadores
    κρατική ενίσχυση χορηγούμενη προς τους πλοιοκτήτες
  • UNIÃO EUROPEIA
    conceder um prémio
    χορηγώ έκτακτη παροχή
    Comité de Gestão relativo ao apoio a conceder a certas entidades criadas pela comunidade internacional na sequência de conflitos, com vista a assegurar quer a administração civil transitória de certas regiões quer a aplicação de acordos de paz
    Επιτροπή διαχείρισης για την υποστήριξη ορισμένων οντοτήτων που συστάθηκαν από τη διεθνή κοινότητα μετά τις συγκρούσεις για την εξασφάλιση τόσο της προσωρινής πολιτικής διοίκησης ορισμένων περιοχών όσο και της εφαρμογής των ειρηνευτικών συμφωνιών
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    conceder indemnizações sobre o erário público
    χορηγώ αποζημιώσεις από δημόσια κεφάλαια
    conceder um prazo para responder
    χορήγηση προθεσμίας για την απάντηση
  • UNIÃO EUROPEIA, ECONOMIA
    conceder direitos especiais ou exclusivos
    χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    conceder autorizações
    αναλαμβάνω υποχρεώσεις
    conceder um adiantamento
    χορηγώ προκαταβολή
  • UNIÃO EUROPEIA, TRANSPORTES
    conceder uma autorização temporária ou condicional
    δίνει προσωρινή ή υπό όρους έγκριση
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – conceder no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-08-16 00:05:10]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, EMPREGO E TRABALHO
    Convenção relativa aos Representantes dos Trabalhadores, 1971 / Convenção relativa à Proteção e Facilidades a conceder aos Representantes dos Trabalhadores na Empresa
    Σύμβαση για την προστασία των αντιπροσώπων των εργαζομένων στην επιχείρηση και τις διευκολύνσεις που θα πρέπει να τους παρέχονται
  • CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
    conceder assistência
    λαμβάνω προνοιακά μέτρα, παρέχω βοήθεια, συνδράμω
  • DIREITO
    conceder reciprocidade de tratamento
    παρέχω αμοιβαία μεταχείριση
    conceder uma sublicença
    παραχωρώ περαιτέρω άδεια εκμετάλλευσης
  • ECONOMIA
    contrair ou conceder empréstimos nos mercados de capitais
    οργανισμοί,δανειζόμενοι ή πιστωτές στις χρηματαγορές
  • ECONOMIA, FINANÇAS
    empréstimo concedido em garantia
    δάνειο που δίδεται ως εγγύηση
  • EMPRESAS E CONCORRÊNCIA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
    saber-fazer concedido / saber-fazer licenciado
    παραχωρούμενη τεχνογνωσία
  • FINANÇAS
    conceder uma prestação
    καταβάλλω παροχή
    entidade mutuante / mutuante / organismo que concede o empréstimo
    δανειοδοτικός οργανισμός, δανειοδότης
  • INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
    conceder a dispensa de apresentação-mercadorias
    απαλλάσσω από την υποχρέωση προσκόμισης των εμπορευμάτων
    conceder prioridade às encomendas
    δίνω προτεραιότητα στις παραγγελίες
  • INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS, CIÊNCIAS
    compromisso concedido
    δοθείσα ανάληψη υποχρέωσης
  • QUESTÕES SOCIAIS
    abono por crianças de tenra idade, concedido até à idade de três meses
    επίδομα βρέφους χορηγούμενο μέχρι ηλικίας τριών μηνών
  • TRANSPORTES
    período concedido
    περίοδος εκχώρησης
    auxílio estatal concedido aos armadores
    κρατική ενίσχυση χορηγούμενη προς τους πλοιοκτήτες
  • UNIÃO EUROPEIA
    conceder um prémio
    χορηγώ έκτακτη παροχή
    Comité de Gestão relativo ao apoio a conceder a certas entidades criadas pela comunidade internacional na sequência de conflitos, com vista a assegurar quer a administração civil transitória de certas regiões quer a aplicação de acordos de paz
    Επιτροπή διαχείρισης για την υποστήριξη ορισμένων οντοτήτων που συστάθηκαν από τη διεθνή κοινότητα μετά τις συγκρούσεις για την εξασφάλιση τόσο της προσωρινής πολιτικής διοίκησης ορισμένων περιοχών όσο και της εφαρμογής των ειρηνευτικών συμφωνιών
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    conceder indemnizações sobre o erário público
    χορηγώ αποζημιώσεις από δημόσια κεφάλαια
    conceder um prazo para responder
    χορήγηση προθεσμίας για την απάντηση
  • UNIÃO EUROPEIA, ECONOMIA
    conceder direitos especiais ou exclusivos
    χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    conceder autorizações
    αναλαμβάνω υποχρεώσεις
    conceder um adiantamento
    χορηγώ προκαταβολή
  • UNIÃO EUROPEIA, TRANSPORTES
    conceder uma autorização temporária ou condicional
    δίνει προσωρινή ή υπό όρους έγκριση
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Artigos
ver+

Palavra em destaque