contrapor

con.tra.por
kõtrɐˈpor
verbo transitivo
1.
αντιπαρατάσσω
contrapôs um quadro ao crucifixo em frente
αντιπαρέταξε έναν πίνακα στον απέναντι Εσταυρωμένο
2.
αντιδιαστέλλω
contrapor as diferenças de duas teorias
αντιδιαστέλλω τις διαφορές δύο θεωριών
contrapor uma atitude desinteressada a uma calculista
αντιδιαστέλλω μια ανιδιοτελή στάση και μια συμφεροντολογική
3.
αντιπαρατάσσω, αντιτάσσω
contrapor argumentos
αντιτάσσω επιχειρήματα
Porto Editora – contrapor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 14:24:17]. Disponível em