dispor

dis.por
diʃˈpor
verbo transitivo
1.
(coisas) διατάσσω, τοποθετώ, τακτοποιώ
dispor (alguma coisa) por camadas
τακτοποιώ (κάτι) σε στρώσεις
dispor (alguma coisa) por tamanhos
τοποθετώ (κάτι) κατά μεγέθη
dispôs as peças no tabuleiro de xadrez
τοποθέτησε τους πεσσούς πάνω στην σκακιέρα
dispôs os lugares dos convidados à mesa
τακτοποίησε τις θέσεις των καλεσμένων στο τραπέζι
dispus os objetos dentro da vitrina do museu
διέταξα τα εκθέματα μέσα στην προθήκη του μουσείου
2.
(pessoas) διατάσσω, τοποθετώ
dispor as tropas para o assédio
διατάσσω τα στρατεύματα για την πολιορκία
os alunos foram dispostos em filas
οι μαθητές τοποθετήθηκαν σε σειρές
o treinador dispôs a equipa em campo
ο προπονητής διέταξε την ομάδα στον αγωνιστικό χώρο
3.
παρακινώ [a, σε], προδιαθέτω [a, να]
aquela atitude dispôs-me a exclui-lo da equipa
εκείνο το φέρσιμο με προδιέθεσε να τον αποκλείσω από την ομάδα
atmosfera que dispunha à revelação de segredos
ατμόσφαιρα που παρακινούσε στην αποκάλυψη μυστικών
4.
πείθω [a, να]
dispor (alguém) a mudar de opinião
πείθω (κάποιον) να αλλάξει γνώμη
dispu-los a participarem no passeio
τους έπεισα να συμμετάσχουν στην εκδρομή
5.
κανονίζω, ρυθμίζω
dispôs as coisas de forma a estar livre no fim de semana
κανόνισε τα πράγματα ούτως ώστε να είναι ελεύθερος το σαββατοκύριακο
estive a dispor o emprego dos próximos dias
κάθισα να ρυθμίσω τη χρησιμοποίηση των επόμενων ημερών
6.
κάνω να νιώσει
a solidão ainda o dispôs pior
η μοναξιά τον έκανε να νιώσει ακόμα χειρότερα
o seu apoio dispôs-me melhor
η στήριξή του μ' έκανε να νιώσω καλύτερα
7.
φυτεύω, μεταφυτεύω
dispor alfaces
φυτεύω μαρούλια
8.
διαθέτω [de, -]
a casa dispõe de uma sala e três quartos
το σπίτι διαθέτει ένα σαλόνι και τρία δωμάτια
aparelho que dispõe de sofisticados sensores
συσκευή που διαθέτει υπερσύγχρονους αισθητήρες
dispõe duma fortuna muito apetecível
διαθέτει αξιοζήλευτη περιουσία
disponho de casa própria
διαθέτω δικό μου σπίτι
dispor de coragem
διαθέτω κουράγιο
ela dispunha de força de vontade
αυτή διέθετε θέληση
não dispõe de tempo para os amigos
δεν διαθέτει χρόνο για τους φίλους
o apartamento dispunha de uma boa varanda
το διαμέρισμα διέθετε ένα ωραίο μπαλκόνι
o escritório dispõe de dois computadores
το γραφείο διαθέτει δύο υπολογιστές
pessoa caracterizada pela paciência de que dispõe
άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από την υπομονή που διαθέτει
posso dispor de alguns minutos para te falar
μπορώ να διαθέσω λίγα λεπτά για να σου μιλήσω
queria dispor do dinheiro, mas não podia
ήθελε να διαθέσει τα χρήματα, μα δεν μπορούσε
9.
εκποιώ [de, -]
dispôs da propriedade para custear os estudos dos filhos
εκποίησε το κτήμα για να πληρώσει τις σπουδές των παιδιών του
viu-se obrigado a dispor dalguns bens
υποχρεώθηκε να εκποιήσει μερικά περιουσιακά στοιχεία
10.
βασίζομαι [de, σε], υπολογίζω [de, σε]
dispõe de mim para o que for preciso
να βασιστείς σε μένα για ό,τι χρειαστεί
posso dispor dos amigos
μπορώ να υπολογίσω στους φίλους μου
verbo intransitivo
ορίζω, διατάζω, καθορίζω
a lei dispõe que...
ο νόμος ορίζει ότι...
o acordo dispõe que todos contribuam com...
η συμφωνία καθορίζει ότι όλοι θα συμβάλουν με...
nome masculino
διάθεση feminino
colocou o subalterno ao dispor do colega
έθεσε τον υφιστάμενο στη διάθεση του συναδέλφου του
estou ao seu dispor
είμαι στη διάθεσή σας
ter (alguém/alguma coisa) ao seu dispor
έχω (κάποιον/κάτι) στη διάθεσή μου
disponha!
στη διάθεσή σας!
dispor bem/mal (alguém)
κάνω (κάποιον) να νιώσει ευδιαθεσία/κακοδιαθεσία
Porto Editora – dispor no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-22 02:51:14]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
máquina para ceifar e dispor o feno
μηχάνημα κοπής σανού
ATIVIDADE POLÍTICA, MEIO AMBIENTE
país que não dispõe de litoral / país sem litoral
μεσόγειος χώρα, περίκλειστη χώρα, χώρα χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα
CIÊNCIAS
dispor graficamente
εναρμονίζω, συνδυάζω, συντονίζω, ταιριάζω
VER +